ceased operations
έχει σταματήσει τις λειτουργίες
ceased fire
έχει σταματήσει το πυροβολισμό
ceased working
έχει σταματήσει να εργάζεται
has ceased
έχει σταματήσει
ceased communication
έχει σταματήσει την επικοινωνία
ceased to be
έχει σταματήσει να είναι
ceased activity
έχει σταματήσει την δραστηριότητα
ceased trading
έχει σταματήσει το εμπόριο
ceased functioning
έχει σταματήσει τη λειτουργία
the company ceased trading last year due to financial difficulties.
Η εταιρεία σταμάτησε τις πωλήσεις πέρυσι λόγω οικονομικών δυσκολιών.
her heart ceased beating after the accident.
Ο καρδιακός της ρυθμός σταμάτησε μετά το ατύχημα.
all communication ceased when the power went out.
Όλη η επικοινωνία σταμάτησε όταν έπαψε η ηλεκτρική παροχή.
the rain eventually ceased, and the sun came out.
Τελικά το βρέντο σταμάτησε και ο ήλιος έβγαλε.
he ceased to be a member of the club after resigning.
Σταμάτησε να είναι μέλος του συλλόγου μετά την παραίτησή του.
the construction noise ceased at six o'clock in the evening.
Ο θόρυβος της κατασκευής σταμάτησε στις έξι το απόγευμα.
the argument ceased when she apologized.
Η συζήτηση σταμάτησε όταν της ευχολογήσε.
the volcano ceased erupting after several weeks.
Το πυροβατικό σταμάτησε να εξερχόμενο μετά από αρκετές εβδομάδες.
she ceased working there after finding a better job.
Σταμάτησε να εργάζεται εκεί μετά από την εύρεση καλύτερης δουλειάς.
the birds ceased singing as darkness fell.
Οι πουλιοί σταμάτησαν να τραγουδούν όταν έπεσε η σκοταδιά.
he ceased smoking five years ago.
Σταμάτησε να καπνίζει πριν από πέντε χρόνια.
ceased operations
έχει σταματήσει τις λειτουργίες
ceased fire
έχει σταματήσει το πυροβολισμό
ceased working
έχει σταματήσει να εργάζεται
has ceased
έχει σταματήσει
ceased communication
έχει σταματήσει την επικοινωνία
ceased to be
έχει σταματήσει να είναι
ceased activity
έχει σταματήσει την δραστηριότητα
ceased trading
έχει σταματήσει το εμπόριο
ceased functioning
έχει σταματήσει τη λειτουργία
the company ceased trading last year due to financial difficulties.
Η εταιρεία σταμάτησε τις πωλήσεις πέρυσι λόγω οικονομικών δυσκολιών.
her heart ceased beating after the accident.
Ο καρδιακός της ρυθμός σταμάτησε μετά το ατύχημα.
all communication ceased when the power went out.
Όλη η επικοινωνία σταμάτησε όταν έπαψε η ηλεκτρική παροχή.
the rain eventually ceased, and the sun came out.
Τελικά το βρέντο σταμάτησε και ο ήλιος έβγαλε.
he ceased to be a member of the club after resigning.
Σταμάτησε να είναι μέλος του συλλόγου μετά την παραίτησή του.
the construction noise ceased at six o'clock in the evening.
Ο θόρυβος της κατασκευής σταμάτησε στις έξι το απόγευμα.
the argument ceased when she apologized.
Η συζήτηση σταμάτησε όταν της ευχολογήσε.
the volcano ceased erupting after several weeks.
Το πυροβατικό σταμάτησε να εξερχόμενο μετά από αρκετές εβδομάδες.
she ceased working there after finding a better job.
Σταμάτησε να εργάζεται εκεί μετά από την εύρεση καλύτερης δουλειάς.
the birds ceased singing as darkness fell.
Οι πουλιοί σταμάτησαν να τραγουδούν όταν έπεσε η σκοταδιά.
he ceased smoking five years ago.
Σταμάτησε να καπνίζει πριν από πέντε χρόνια.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now