cellphone

[ΗΠΑ]/ˈsɛlˌfəʊn/
[ΗΒ]/ˈsɛlfˌoʊn/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. ένα κινητό τηλέφωνο, συνήθως ένα smartphone.
Word Forms

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

cellphone case

θήκη κινητού

cellphone charger

φορτιστής κινητού

cellphone plan

πρόγραμμα κινητού

cellphone signal

σήμα κινητού

cellphone battery

μπαταρία κινητού

cellphone holder

βάση κινητού

cellphone number

αριθμός κινητού

cellphone screen

οθόνη κινητού

cellphone app

εφαρμογή κινητού

cellphone repair

επιδιορθώσεις κινητού

Παραδείγματα Προτάσεων

i forgot my cellphone at home.

Ξεχάσω το κινητό μου στο σπίτι.

she always checks her cellphone for messages.

Ελέγχει πάντα το κινητό της για μηνύματα.

can you lend me your cellphone?

Μπορείς να μου δανείσεις το κινητό σου;

my cellphone battery is running low.

Η μπαταρία του κινητού μου είναι χαμηλή.

he uses his cellphone to take photos.

Χρησιμοποιεί το κινητό του για να τραβήξει φωτογραφίες.

they are having trouble with their cellphone service.

Έχουν πρόβλημα με την υπηρεσία κινητής τηλεφωνίας τους.

she prefers texting over calling on her cellphone.

Προτιμά το στείλμα μηνυμάτων από το τηλεφώνημα στο κινητό της.

he dropped his cellphone and cracked the screen.

Έριξε το κινητό του και έσπασε την οθόνη.

my cellphone has a lot of useful apps.

Το κινητό μου έχει πολλές χρήσιμες εφαρμογές.

make sure to silence your cellphone during the meeting.

Βεβαιωθείτε να σιγήσετε το κινητό σας κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα