charbroil

[US]/ˈtʃɑːrbraɪl/
[UK]/ˈtʃɑːrbɹɔɪl/

Translation

v. να μαγειρέψει τρόφιμα πάνω από ένα ανοιχτό προσκινητή ή σε σκάφος, συνήθως χρησιμοποιώντας άνθρακα.

Phrases & Collocations

charbroil steak

στεακ χαρμπρόιλ

charbroil chicken

κοτόπουλο χαρμπρόιλ

charbroil burgers

μπουργκέρ χαρμπρόιλ

charbroil vegetables

λαχανικά χαρμπρόιλ

charbroil fish

ψάρι χαρμπρόιλ

charbroil ribs

ρινιά χαρμπρόιλ

charbroil hot dogs

κανελόνια χαρμπρόιλ

charbroil pork

χοιρινό χαρμπρόιλ

charbroil tofu

τοφού χαρμπρόιλ

charbroil kabobs

καμπόμπος χαρμπρόιλ

Example Sentences

we decided to charbroil some steaks for dinner.

αποφασίσαμε να σκεπάσουμε κάποια φιλέτα για το βραδυνό μας.

he loves to charbroil vegetables on the grill.

του αρέσει να σκεπάζει λαχανικά στο γκριλ.

it's best to charbroil chicken for a smoky flavor.

είναι καλύτερο να σκεπάζεις κότα για ένα καπνιστό γεύση.

they charbroiled burgers for the family picnic.

σκεπάσανε μπουργκέρ για το οικογενειακό πικνικ.

charbroiling fish can enhance its taste significantly.

το σκεπασμένο ψάρι μπορεί να βελτιώσει σημαντικά τη γεύση του.

we charbroiled some shrimp for our seafood feast.

σκεπάσαμε κάποια γαρίφαλα για το φαγητό μας με θαλασσινά.

to charbroil effectively, the grill needs to be preheated.

για να σκεπάσετε αποτελεσματικά, το γκριλ χρειάζεται να θερμανθεί προκαταρκτικά.

charbroiled corn on the cob is a summer favorite.

το σκεπασμένο μαϊσί στο κόκκαλο είναι ένα αγαπημένο του καλοκαιριού.

she prefers to charbroil her food rather than frying it.

προτιμά να σκεπάζει το φαγητό της αντί για να το ψήνει.

after charbroiling, let the meat rest for a few minutes.

μετά το σκεπασμένο, αφήστε την κρέας να παραμείνει για λίγα λεπτά.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now