charlatan

[US]/ˈʃɑːlətən/
[UK]/ˈʃɑːrlətən/
Frequency: Very High

Translation

n. ένα άτομο που προσποιείται ή ισχυρίζεται ότι έχει περισσότερες γνώσεις ή δεξιότητες από όσες έχει πραγματικά· ένας απατεώνας
adj. εξαπατητικός ή που εξαπατά τους άλλους
Word Forms

Example Sentences

don't call me a charlatan, you miserable old creep!.

Μην με αποκαλείς απάτη, ρε συμπαθαρμένο γέρο!

That charlatan! I lost thousands of dollars because I followed his advice.

Αυτός ο απατεώνας! Έχασα χιλιάδες δολάρια επειδή ακολούθησα τις συμβουλές του.

He was exposed as a charlatan by the media.

Ο απατεώνας εκτέθηκε από τα μέσα ενημέρωσης.

The charlatan claimed to have magical powers.

Ο απατεώνας ισχυριζόταν ότι είχε μαγικές δυνάμεις.

Beware of charlatans offering miracle cures.

Προσοχή στους απατεώνες που προσφέρουν θαυματουργές θεραπείες.

She saw through the charlatan's lies.

Είδε μέσα από τα ψέματα του απατεώνα.

The charlatan tried to deceive the villagers with fake relics.

Ο απατεώνας προσπάθησε να εξαπατήσει τους χωρικούς με ψεύτικα κειμήλια.

The charlatan's scheme was eventually uncovered.

Το σχέδιο του απατεώνα αποκαλύφθηκε τελικά.

The charlatan's promises were too good to be true.

Οι υποσχέσεις του απατεώνα ήταν πολύ καλές για να είναι αληθινές.

She refused to be swindled by the charlatan's smooth talk.

Άρνησε να εξαπατηθεί από τον γοητευτικό λόγο του απατεώνα.

The charlatan's fraudulent activities were brought to light.

Οι δόλιες δραστηριότητες του απατεώνα ήρθαν στο φως.

The charlatan's reputation suffered a severe blow after the scandal.

Η φήμη του απατεώνα υπέστη σοβαρό πλήγμα μετά το σκάνδαλο.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now