cheekiness

[US]/tʃiːkɪnəs/
[UK]/chek-i-nis/
Frequency: Very High

Translation

n. Η ποιότητα να είναι αυτόντος ή απρόσεκτος.
Word Forms

Phrases & Collocations

cheekiness factor

παρατηρητικότητα

cheekiness level

επίπεδο παρατηρητικότητας

cheekiness charm

ελκυστικότητα παρατηρητικότητας

cheekiness appeal

ελκυστικότητα παρατηρητικότητας

cheekiness style

στυλ παρατηρητικότητας

cheekiness smile

χαμόγελο παρατηρητικότητας

cheekiness attitude

στάση παρατηρητικότητας

cheekiness expression

έκφραση παρατηρητικότητας

cheekiness moment

στιγμή παρατηρητικότητας

cheekiness behavior

συμπεριφορά παρατηρητικότητας

Example Sentences

her cheekiness often gets her into trouble.

Η αυτοπεποίθησή της συχνά τη βάζει σε προβλήματα.

he admired her cheekiness during the debate.

Η έμφαση του στην αυτοπεποίθησή της κατά τη διάρκεια της συζήτησης.

the cheekiness of the child made everyone laugh.

Η αυτοπεποίθηση του παιδιού έκανε όλους να γελάσουν.

cheekiness can sometimes be seen as confidence.

Η αυτοπεποίθηση μπορεί να θεωρηθεί κάποτε ως αυτοπεποίθηση.

her cheekiness was refreshing in a serious meeting.

Η αυτοπεποίθησή της ήταν αναπληρωματική σε μια σοβαρή συνάντηση.

he responded with cheekiness to the criticism.

Απάντησε με αυτοπεποίθηση στην κριτική.

cheekiness is a trait that can be endearing.

Η αυτοπεποίθηση είναι μια ιδιότητα που μπορεί να είναι αγαπητή.

her cheekiness made her popular among her peers.

Η αυτοπεποίθησή της τη έκανε δημοφιλή μεταξύ των συμπατριωτών της.

he couldn't believe her cheekiness in that situation.

Δεν μπορούσε να πιστεύει στην αυτοπεποίθησή της σε αυτή την κατάσταση.

the cheekiness of the puppy brought joy to the family.

Η αυτοπεποίθηση του σκύλου έφερε χαρά στην οικογένεια.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now