chest-related pain
πόνος στο στήθος
chest-related symptoms
συμπτώματα σχετιζόμενα με το στήθος
chest-related issues
προβλήματα σχετιζόμενα με το στήθος
chest-related history
ιστορικό σχετιζόμενο με το στήθος
chest-related examination
εξέταση σχετιζόμενη με το στήθος
chest-related findings
ευρήματα σχετιζόμενα με το στήθος
chest-related discomfort
αβολβία σχετιζόμενη με το στήθος
chest-related risk
κίνδυνος σχετιζόμενος με το στήθος
chest-related condition
κατάσταση σχετιζόμενη με το στήθος
chest-related breathing
αναπνοή σχετιζόμενη με το στήθος
he experienced chest pain and went to the emergency room.
έπεσε θύμα θωρακικού πόνου και πήγε στο επειγόν.
the doctor listened to her chest with a stethoscope.
ο γιατρός ακούστηκε η θώρακας της με στεθοσκόπιο.
regular chest compressions are vital during cpr.
τα κανονικά θωρακικά πιέσεις είναι ζωτικής σημασίας κατά τη διάρκεια του ΑΝΕ.
she wore a supportive chest brace after the surgery.
έφορε ένα υποστηρικτικό θωρακικό στερεωτικό συσκευασμένο μετά την επέμβαση.
the athlete had a minor chest muscle strain.
ο αθλητής είχε μια ελαφρή θωρακική μυϊκή κόπωση.
he felt a tightness in his chest during exercise.
αισθάνθηκε αυστηρότητα στον θώρακα κατά τη διάρκεια της άσκησης.
the x-ray revealed a shadow on his chest.
η ακτινογραφία έδειξε ένα σκιά στον θώρακα του.
she performed chest exercises to strengthen her core.
έκανε θωρακικές ασκήσεις για να ενισχύσει τον πυρήνα της.
the patient's chest measurements were taken for the study.
πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις του θώρακα του ασθενή για τη μελέτη.
he had a large scar on his chest from the accident.
είχε μια μεγάλη εγκαύματος στον θώρακα από το ατύχημα.
the doctor palpated her chest to check for abnormalities.
ο γιατρός παλπήσει τον θώρακα της για να ελέγξει για ανωμαλίες.
the child complained of chest discomfort and shortness of breath.
το παιδί καταγγέλθηκε για αναπορροφητικό θώρακα και πνευμονική αναπνοή.
chest-related pain
πόνος στο στήθος
chest-related symptoms
συμπτώματα σχετιζόμενα με το στήθος
chest-related issues
προβλήματα σχετιζόμενα με το στήθος
chest-related history
ιστορικό σχετιζόμενο με το στήθος
chest-related examination
εξέταση σχετιζόμενη με το στήθος
chest-related findings
ευρήματα σχετιζόμενα με το στήθος
chest-related discomfort
αβολβία σχετιζόμενη με το στήθος
chest-related risk
κίνδυνος σχετιζόμενος με το στήθος
chest-related condition
κατάσταση σχετιζόμενη με το στήθος
chest-related breathing
αναπνοή σχετιζόμενη με το στήθος
he experienced chest pain and went to the emergency room.
έπεσε θύμα θωρακικού πόνου και πήγε στο επειγόν.
the doctor listened to her chest with a stethoscope.
ο γιατρός ακούστηκε η θώρακας της με στεθοσκόπιο.
regular chest compressions are vital during cpr.
τα κανονικά θωρακικά πιέσεις είναι ζωτικής σημασίας κατά τη διάρκεια του ΑΝΕ.
she wore a supportive chest brace after the surgery.
έφορε ένα υποστηρικτικό θωρακικό στερεωτικό συσκευασμένο μετά την επέμβαση.
the athlete had a minor chest muscle strain.
ο αθλητής είχε μια ελαφρή θωρακική μυϊκή κόπωση.
he felt a tightness in his chest during exercise.
αισθάνθηκε αυστηρότητα στον θώρακα κατά τη διάρκεια της άσκησης.
the x-ray revealed a shadow on his chest.
η ακτινογραφία έδειξε ένα σκιά στον θώρακα του.
she performed chest exercises to strengthen her core.
έκανε θωρακικές ασκήσεις για να ενισχύσει τον πυρήνα της.
the patient's chest measurements were taken for the study.
πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις του θώρακα του ασθενή για τη μελέτη.
he had a large scar on his chest from the accident.
είχε μια μεγάλη εγκαύματος στον θώρακα από το ατύχημα.
the doctor palpated her chest to check for abnormalities.
ο γιατρός παλπήσει τον θώρακα της για να ελέγξει για ανωμαλίες.
the child complained of chest discomfort and shortness of breath.
το παιδί καταγγέλθηκε για αναπορροφητικό θώρακα και πνευμονική αναπνοή.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now