chunky

[ΗΠΑ]/'tʃʌŋkɪ/
[ΗΒ]/'tʃʌŋki/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. stocky, consisting of small thick pieces.
Word Forms
Comparativechunkier
Pluralchunkies
Superlativechunkiest

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

chunky sweater

χοντρό πουλόβρο

chunky necklace

χοντρό κολιέ

chunky soup

χοντρή σούπα

Παραδείγματα Προτάσεων

chunky peanut butter; chunky soup.

chunky peanut butter; chunky soup.

chunky peanut butter

chunky peanut butter

But she is also a Hellenistic bacchante scintillating over the surface of a chunky silver vase.

Αλλά είναι επίσης μια ελληνιστική βαχάντη που λαμπυρίζει στην επιφάνεια ενός χοντρεμένων ασημένιου βάζου.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα