churchly duties
εκκλησιαστικές υποχρεώσεις
churchly activities
εκκλησιαστικές δραστηριότητες
churchly spirit
εκκλησιαστικό πνεύμα
churchly community
εκκλησιαστική κοινότητα
churchly values
εκκλησιαστικές αξίες
churchly service
εκκλησιαστική υπηρεσία
churchly gatherings
εκκλησιαστικές συγκεντρώσεις
churchly teachings
εκκλησιαστικές διδασκαλίες
churchly leadership
εκκλησιαστική ηγεσία
churchly music
εκκλησιαστική μουσική
the churchly atmosphere was palpable during the service.
Η εκκλησιαστική ατμόσφαιρα ήταν αισθητή κατά τη διάρκεια της λειτουργίας.
she wore a churchly dress to the sunday service.
Η φόρεσε μια εκκλησιαστική ρούχα για την κυριακή λειτουργία.
his churchly duties kept him busy every weekend.
Οι εκκλησιαστικές υποχρεώσεις του τον κρατούσαν απασχολημένο κάθε Σαββατοκύριακο.
the choir sang with a churchly reverence.
Ο χορός τραγουδούσε με εκκλησιαστική ευλάβεια.
they organized a churchly event to raise funds for charity.
Οργάνωσαν μια εκκλησιαστική εκδήλωση για να συγκεντρώσουν χρήματα για φιλανθρωπία.
her churchly beliefs guided her decisions in life.
Οι εκκλησιαστικές της πεποιθήσεις καθοδήγησαν τις αποφάσεις της στη ζωή της.
the churchly community gathered for a special prayer meeting.
Η εκκλησιαστική κοινότητα συγκεντρώθηκε για μια ιδιαίτερη συναντήσεως προσευχής.
he found solace in the churchly teachings of his faith.
Βρήκε αναφορά στις εκκλησιαστικές διδασκαλίες της πίστης του.
her voice had a churchly quality that captivated the audience.
Η φωνή της είχε μια εκκλησιαστική ποιότητα που έκανε το κοινό να την εντυπωσιάζει.
the churchly traditions were passed down through generations.
Οι εκκλησιαστικές παραδόσεις μεταφέρθηκαν από γενιά σε γενιά.
churchly duties
εκκλησιαστικές υποχρεώσεις
churchly activities
εκκλησιαστικές δραστηριότητες
churchly spirit
εκκλησιαστικό πνεύμα
churchly community
εκκλησιαστική κοινότητα
churchly values
εκκλησιαστικές αξίες
churchly service
εκκλησιαστική υπηρεσία
churchly gatherings
εκκλησιαστικές συγκεντρώσεις
churchly teachings
εκκλησιαστικές διδασκαλίες
churchly leadership
εκκλησιαστική ηγεσία
churchly music
εκκλησιαστική μουσική
the churchly atmosphere was palpable during the service.
Η εκκλησιαστική ατμόσφαιρα ήταν αισθητή κατά τη διάρκεια της λειτουργίας.
she wore a churchly dress to the sunday service.
Η φόρεσε μια εκκλησιαστική ρούχα για την κυριακή λειτουργία.
his churchly duties kept him busy every weekend.
Οι εκκλησιαστικές υποχρεώσεις του τον κρατούσαν απασχολημένο κάθε Σαββατοκύριακο.
the choir sang with a churchly reverence.
Ο χορός τραγουδούσε με εκκλησιαστική ευλάβεια.
they organized a churchly event to raise funds for charity.
Οργάνωσαν μια εκκλησιαστική εκδήλωση για να συγκεντρώσουν χρήματα για φιλανθρωπία.
her churchly beliefs guided her decisions in life.
Οι εκκλησιαστικές της πεποιθήσεις καθοδήγησαν τις αποφάσεις της στη ζωή της.
the churchly community gathered for a special prayer meeting.
Η εκκλησιαστική κοινότητα συγκεντρώθηκε για μια ιδιαίτερη συναντήσεως προσευχής.
he found solace in the churchly teachings of his faith.
Βρήκε αναφορά στις εκκλησιαστικές διδασκαλίες της πίστης του.
her voice had a churchly quality that captivated the audience.
Η φωνή της είχε μια εκκλησιαστική ποιότητα που έκανε το κοινό να την εντυπωσιάζει.
the churchly traditions were passed down through generations.
Οι εκκλησιαστικές παραδόσεις μεταφέρθηκαν από γενιά σε γενιά.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now