circuited

[ΗΠΑ]/ˈsɜːkɪt/
[ΗΒ]/ˈsɜːrkɪt/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. μια πλήρης και κλειστή διαδρομή ή πορεία, συνήθως για να κινηθεί το ηλεκτρικό ρεύμα· μια κυκλική διαδρομή ή πορεία· μια σειρά συνδεδεμένων στοιχείων που σχηματίζουν μια διαδρομή για να ταξιδέψει το ηλεκτρικό ρεύμα
vi. να κινείται σε κυκλική διαδρομή
vt. να κινείται σε κυκλική διαδρομή γύρω από κάτι

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

electrical circuit

ηλεκτρικό κύκλωμα

circuit board

πλακέτα κυκλώματος

closed circuit

κλειστό κύκλωμα

circuit breaker

αυτόματος διακόπτης

circuit diagram

ηλεκτρικό διάγραμμα

circuit design

σχεδίαση κυκλώματος

circuit analysis

ανάλυση κυκλώματος

control circuit

κύκλωμα ελέγχου

integrated circuit

Ενσωματωμένο κύκλωμα

short circuit

βραχυκύκλωμα

printed circuit

εκτυπωμένο κύκλωμα

electric circuit

ηλεκτρικό κύκλωμα

main circuit

κύριο κύκλωμα

and circuit

και κύκλωμα

printed circuit board

εκτυπωμένη πλακέτα κυκλώματος

interface circuit

κύκλωμα διεπαφής

equivalent circuit

ισοδύναμο κύκλωμα

electronic circuit

ηλεκτρονικό κύκλωμα

digital circuit

ψηφιακό κύκλωμα

drive circuit

κύκλωμα οδήγησης

magnetic circuit

μαγνητικό κύκλωμα

analog circuit

αναλογικό κύκλωμα

Παραδείγματα Προτάσεων

a passive circuit element.

ένα παθητικό στοιχείο κυκλώματος

I ran a circuit of the village.

Έτρεξα ένα κύκλωμα του χωριού.

a multilayer circuit board.

ένα πολυεπίπεδο κύκλωμα τυπωμένο.

the circuit of the old city walls

το κύκλωμα των παλαιών τειχών της πόλης

The primary inverter driving circuit,current foldback circuit,protection circuits for overheat and lowvoltage circuit are introduced specially.

Εισάγονται ειδικά το κύκλωμα αντιστροφέα πρωτεύοντος, το κύκλωμα αναδίπλωσης ρεύματος, τα κυκλώματα προστασίας για υπερθέρμανση και το κύκλωμα χαμηλής τάσης.

sonant circuit with a ferrite core coil.

συντονιστικό κύκλωμα με πηνίο πυρήνα φερρίτη.

The chief physician of the hospital is on circuit for most of the year.

Ο επικεφαλής ιατρός του νοσοκομείου είναι σε κύκλωμα για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου.

The model can calculate short circuit current and open circuit voltage of microbattery.

Το μοντέλο μπορεί να υπολογίσει το ρεύμα βραχυκυκλώματος και την τάση ανοικτού κυκλώματος μικρομπαταρίας.

The results show that the quantum noise in the dissipation microcircuit is determined by initial state of the circuit and the circuit parameter.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο κβαντικός θόρυβος στο μικροκύκλωμα διάχυσης καθορίζεται από την αρχική κατάσταση του κυκλώματος και την παράμετρο του κυκλώματος.

the trains will follow the Northern line, circuiting the capital.

Τα τρένα θα ακολουθήσουν τη Βόρεια γραμμή, περιπολώντας την πρωτεύουσα.

the circuit is a favourite hunting ground for talent scouts.

Το κύκλωμα είναι ένα αγαπημένο κυνήγι για ανιχνευτές ταλέντων.

broadcast the event on a closed-circuit TV linkup.

Μετάδοση της εκδήλωσης μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης.

The circuit defects of the tenoner in our company were analyzed.

Αναλύθηκαν οι ελαττώματα του κυκλώματος του tenoner στην εταιρεία μας.

Reversible circuit realizes a bijective reversible logic function.

Το αντιστρέψιμο κύκλωμα υλοποιεί μια αμφιμονοσήμαντη αντιστρέψιμη λογική συνάρτηση.

Be careful! A short circuit will blow out the fuse.

Προσοχή! Ένα βραχυκύκλωμα θα κάψει τη φλυντζά.

The short circuit burned out the fuse.

Το βραχυκύκλωμα κάηκε τη φλυντζά.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα