claims

[US]/[kleɪmz]/
[UK]/[kleɪmz]/
Frequency: Very High

Translation

n. μια δήλωση ότι κάτι είναι αληθές, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιείται για να υποστηριχθεί μια θέση ή επιχείρημα; ασφαλιστικές αιτήσεις; ένα κομμάτι γης που κάποιος ιδιοκτητεί
v. να διατυπώνετε ότι κάτι είναι έτσι; να διατυπώνετε κάτι ως δικό σας

Phrases & Collocations

claims made

προσκεκριμμένες αιτήσεις

claims process

διαδικασία αιτήσεων

claims adjuster

ρυθμιστής αιτήσεων

claims history

ιστορικό αιτήσεων

making claims

προσκειμένος σε αίτηση

filed claims

αιτήσεις που υποβλήθηκαν

claims department

τμήμα αιτήσεων

claims denied

αιτήσεις απορριφθείσες

claims approved

αιτήσεις εγκεκριμένες

insurance claims

ασφαλιστικές αιτήσεις

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now