| Plural | clerkings |
clerking duties
υπαλληλικές υποχρεώσεις
clerking process
διαδικασία υπαλληλικής εργασίας
clerking staff
υπαλληλικό προσωπικό
clerking tasks
υπαλληλικές εργασίες
clerking position
υπαλληλική θέση
clerking experience
εμπειρία υπαλληλικής εργασίας
clerking operations
υπαλληλικές λειτουργίες
clerking records
υπαλληλικά αρχεία
clerking procedures
υπαλληλικές διαδικασίες
she enjoys clerking at the law firm.
αγαπάει να κάνει κλερκίνγκ σε γραφείο νομικού
clerking has helped him develop strong organizational skills.
το κλερκίνγκ της της βοήθησε να αναπτύξει ισχυρές οργανωτικές δεξιότητες.
he started clerking right after graduating from college.
έχει ξεκινήσει να κάνει κλερκίνγκ αμέσως μετά την απόφοιτη του από το πανεπιστήμιο.
clerking in a busy office can be quite challenging.
το κλερκίνγκ σε ένα ασχολημένο γραφείο μπορεί να είναι αρκετά δύσκολο.
she is responsible for clerking the meetings.
είναι υπεύθυνη για το κλερκίνγκ των συναντήσεων.
clerking requires attention to detail and accuracy.
το κλερκίνγκ απαιτεί προσοχή στις λεπτομέρειες και ακρίβεια.
he spent the summer clerking for a judge.
πέρασε το καλοκαίρι να κάνει κλερκίνγκ για ένα δικηγόρο.
clerking duties include filing and managing documents.
τα καθήκοντα του κλερκίνγκ περιλαμβάνουν την υποβολή και τη διαχείριση εγγράφων.
she found clerking to be a rewarding experience.
βρήκε το κλερκίνγκ να είναι μια αμοιβαία εμπειρία.
clerking provides valuable insights into the legal profession.
το κλερκίνγκ παρέχει αξιόλογες επισκοπής στη νομική επαγγελματική δραστηριότητα.
clerking duties
υπαλληλικές υποχρεώσεις
clerking process
διαδικασία υπαλληλικής εργασίας
clerking staff
υπαλληλικό προσωπικό
clerking tasks
υπαλληλικές εργασίες
clerking position
υπαλληλική θέση
clerking experience
εμπειρία υπαλληλικής εργασίας
clerking operations
υπαλληλικές λειτουργίες
clerking records
υπαλληλικά αρχεία
clerking procedures
υπαλληλικές διαδικασίες
she enjoys clerking at the law firm.
αγαπάει να κάνει κλερκίνγκ σε γραφείο νομικού
clerking has helped him develop strong organizational skills.
το κλερκίνγκ της της βοήθησε να αναπτύξει ισχυρές οργανωτικές δεξιότητες.
he started clerking right after graduating from college.
έχει ξεκινήσει να κάνει κλερκίνγκ αμέσως μετά την απόφοιτη του από το πανεπιστήμιο.
clerking in a busy office can be quite challenging.
το κλερκίνγκ σε ένα ασχολημένο γραφείο μπορεί να είναι αρκετά δύσκολο.
she is responsible for clerking the meetings.
είναι υπεύθυνη για το κλερκίνγκ των συναντήσεων.
clerking requires attention to detail and accuracy.
το κλερκίνγκ απαιτεί προσοχή στις λεπτομέρειες και ακρίβεια.
he spent the summer clerking for a judge.
πέρασε το καλοκαίρι να κάνει κλερκίνγκ για ένα δικηγόρο.
clerking duties include filing and managing documents.
τα καθήκοντα του κλερκίνγκ περιλαμβάνουν την υποβολή και τη διαχείριση εγγράφων.
she found clerking to be a rewarding experience.
βρήκε το κλερκίνγκ να είναι μια αμοιβαία εμπειρία.
clerking provides valuable insights into the legal profession.
το κλερκίνγκ παρέχει αξιόλογες επισκοπής στη νομική επαγγελματική δραστηριότητα.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now