| Comparative | clingier |
He is so clingy that he constantly texts her throughout the day.
Είναι τόσο προσκόλλητος που στέλνει συνεχώς μηνύματα του στη γυναίκα του όλη την ημέρα.
She finds his clingy behavior suffocating.
Η συμπεριφορά του προσκολλητικού της αναστενάζει.
The clingy toddler wouldn't let go of his mother's hand.
Το προσκολλητικό βρέφος δεν έφυγε από τη χέρι της μητέρας του.
She felt suffocated by her clingy friend's constant need for attention.
Αισθάνταν αναστεναγμό από τη συνεχή ανάγκη για προσοχή της προσκολλητικής της φιλίας.
The clingy fabric of the dress clung to her body.
Το προσκολλητικό ύφασμα του ρούχου της προσκολλήθηκε στο σώμα της.
He became clingy after the breakup, constantly seeking reassurance from his ex-girlfriend.
Έγινε προσκολλητικός μετά τη διάσπαση, αναζητώντας συνεχώς επιβεβαίωση από την πρώην του.
The clingy child wouldn't let his mother out of his sight.
Το προσκολλητικό παιδί δεν έφυγε από την οπτική του της μητέρας του.
She found his clingy behavior endearing at first, but it soon became overwhelming.
Πρώτα της φάνηκε ευχάριστη η συμπεριφορά του προσκολλητικού της, αλλά σύντομα έγινε απροστάτευτη.
The clingy cat followed her around the house all day.
Η προσκολλητική γάτα τη ακολούθησε περιπάτησε στο σπίτι όλη την ημέρα.
He became clingy in his relationships, always needing constant reassurance from his partners.
Έγινε προσκολλητικός στις σχέσεις του, πάντα χρειάζοντας συνεχή επιβεβαίωση από τους συντρόφους του.
He is so clingy that he constantly texts her throughout the day.
Είναι τόσο προσκόλλητος που στέλνει συνεχώς μηνύματα του στη γυναίκα του όλη την ημέρα.
She finds his clingy behavior suffocating.
Η συμπεριφορά του προσκολλητικού της αναστενάζει.
The clingy toddler wouldn't let go of his mother's hand.
Το προσκολλητικό βρέφος δεν έφυγε από τη χέρι της μητέρας του.
She felt suffocated by her clingy friend's constant need for attention.
Αισθάνταν αναστεναγμό από τη συνεχή ανάγκη για προσοχή της προσκολλητικής της φιλίας.
The clingy fabric of the dress clung to her body.
Το προσκολλητικό ύφασμα του ρούχου της προσκολλήθηκε στο σώμα της.
He became clingy after the breakup, constantly seeking reassurance from his ex-girlfriend.
Έγινε προσκολλητικός μετά τη διάσπαση, αναζητώντας συνεχώς επιβεβαίωση από την πρώην του.
The clingy child wouldn't let his mother out of his sight.
Το προσκολλητικό παιδί δεν έφυγε από την οπτική του της μητέρας του.
She found his clingy behavior endearing at first, but it soon became overwhelming.
Πρώτα της φάνηκε ευχάριστη η συμπεριφορά του προσκολλητικού της, αλλά σύντομα έγινε απροστάτευτη.
The clingy cat followed her around the house all day.
Η προσκολλητική γάτα τη ακολούθησε περιπάτησε στο σπίτι όλη την ημέρα.
He became clingy in his relationships, always needing constant reassurance from his partners.
Έγινε προσκολλητικός στις σχέσεις του, πάντα χρειάζοντας συνεχή επιβεβαίωση από τους συντρόφους του.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now