cloistering oneself
αυτοαπομόνωση
cloistering thoughts
απομονωμένες σκέψεις
cloistering away
απομόνωση
cloistering life
απομονωμένη ζωή
cloistering space
απομονωμένος χώρος
cloistering community
απομονωμένη κοινότητα
cloistering environment
απομονωμένο περιβάλλον
cloistering practices
απομονωμένες πρακτικές
cloistering habits
απομονωμένες συνήθειες
cloistering retreat
απομόνωση σε συντροφείο
she found comfort in cloistering herself away from the chaos of the city.
βρήκε άνεση στο να μοναχικεύεται από τη χοά της πόλης.
the monks practiced cloistering to focus on their spiritual growth.
τα μοναχικά τους πρακτικές επικεντρώνονταν στην πνευματική τους ανάπτυξη.
cloistering in her room allowed her to concentrate on her studies.
το να μοναχικεύει στο δωμάτιό της της επέτρεπε να συγκεντρωθεί στις μελέτες της.
he enjoyed cloistering with his books during the rainy days.
τον ευχαριστούσε να μοναχικεύει μαζί με τα βιβλία του κατά τις βρεγμένες ημέρες.
the artist often chose cloistering as a way to inspire creativity.
ο καλλιτέχνης συχνά επέλεγε τη μοναχική ζωή ως τρόπο να εμπνεύσει τη δημιουργικότητα.
cloistering in nature helped her find peace and clarity.
η μοναχική ζωή στη φύση τη βοήθησε να βρει ηρεμία και σαφήνεια.
his cloistering behavior made it hard for him to make new friends.
η συμπεριφορά του μοναχικής ζωής του έκανε δύσκολο να φτιάξει νέους φίλους.
she believed that cloistering could lead to personal transformation.
πίστευε ότι η μοναχική ζωή μπορεί να οδηγήσει σε προσωπική μεταμόρφωση.
cloistering away from distractions allowed him to finish his novel.
η απομόνωση από διαταραγμένους παράγοντες του επέτρεψε να ολοκληρώσει την ταινία του.
the retreat focused on the benefits of cloistering for mental health.
το αποσπασματικό εστιάστηκε στα οφέλη της μοναχικής ζωής για την ψυχική υγεία.
cloistering oneself
αυτοαπομόνωση
cloistering thoughts
απομονωμένες σκέψεις
cloistering away
απομόνωση
cloistering life
απομονωμένη ζωή
cloistering space
απομονωμένος χώρος
cloistering community
απομονωμένη κοινότητα
cloistering environment
απομονωμένο περιβάλλον
cloistering practices
απομονωμένες πρακτικές
cloistering habits
απομονωμένες συνήθειες
cloistering retreat
απομόνωση σε συντροφείο
she found comfort in cloistering herself away from the chaos of the city.
βρήκε άνεση στο να μοναχικεύεται από τη χοά της πόλης.
the monks practiced cloistering to focus on their spiritual growth.
τα μοναχικά τους πρακτικές επικεντρώνονταν στην πνευματική τους ανάπτυξη.
cloistering in her room allowed her to concentrate on her studies.
το να μοναχικεύει στο δωμάτιό της της επέτρεπε να συγκεντρωθεί στις μελέτες της.
he enjoyed cloistering with his books during the rainy days.
τον ευχαριστούσε να μοναχικεύει μαζί με τα βιβλία του κατά τις βρεγμένες ημέρες.
the artist often chose cloistering as a way to inspire creativity.
ο καλλιτέχνης συχνά επέλεγε τη μοναχική ζωή ως τρόπο να εμπνεύσει τη δημιουργικότητα.
cloistering in nature helped her find peace and clarity.
η μοναχική ζωή στη φύση τη βοήθησε να βρει ηρεμία και σαφήνεια.
his cloistering behavior made it hard for him to make new friends.
η συμπεριφορά του μοναχικής ζωής του έκανε δύσκολο να φτιάξει νέους φίλους.
she believed that cloistering could lead to personal transformation.
πίστευε ότι η μοναχική ζωή μπορεί να οδηγήσει σε προσωπική μεταμόρφωση.
cloistering away from distractions allowed him to finish his novel.
η απομόνωση από διαταραγμένους παράγοντες του επέτρεψε να ολοκληρώσει την ταινία του.
the retreat focused on the benefits of cloistering for mental health.
το αποσπασματικό εστιάστηκε στα οφέλη της μοναχικής ζωής για την ψυχική υγεία.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now