clucking sound
κουκουβισμός
clucking chicken
κουκουβιστικό κοτετσούνι
clucking noise
κουκουβιστικό θόρυβος
clucking hen
κουκουβιστική αυγοθήκη
clucking away
κουκουβισμός μακριά
clucking loudly
κουκουβισμός θυρωμένος
clucking softly
κουκουβισμός με ήπιο τρόπο
clucking rhythm
κουκουβιστικό ρυθμός
clucking flock
κουκουβιστικό στάδιο
clucking in delight
κουκουβισμός με χαρά
the hen was clucking loudly in the yard.
Η γαλοπούλα κουνούγαγε έντονα στο περιβάλλον.
i could hear the clucking of the chickens from afar.
Μπορούσα να ακούσω τον κουνούγα των γαλοπούλων από μακριά.
she was clucking in delight at the sight of the chicks.
Κουνούγαγε χαρούμενα από την όψη των νεαρών γαλοπούλων.
the farmer enjoyed the clucking sounds of his flock.
Ο γεωργός απολαμβάνει τους ήχους κουνούγα του πλήθους του.
clucking can indicate that a hen is feeling safe.
Ο κουνούγας μπορεί να δείχνει ότι μια γαλοπούλα αισθάνεται ασφαλής.
we heard the clucking as we walked past the coop.
Ακούσαμε τον κουνούγα όταν περπάτησαμε παρακατω από την κατασκήνωση.
the children laughed at the clucking of the playful chickens.
Τα παιδιά γέλασαν από τον κουνούγα των παιχνιδιστικών γαλοπούλων.
clucking is a common sound among domestic chickens.
Ο κουνούγας είναι ένας κοινός ήχος μεταξύ των ενδοσφαιρικών γαλοπούλων.
she imitated the clucking of a chicken for fun.
Αντέγραφε τον κουνούγα μιας γαλοπούλας για διασκέδαση.
the clucking noise signaled the end of feeding time.
Ο ήχος του κουνούγα σήμανε το τέλος του χρόνου τροφοδοσίας.
clucking sound
κουκουβισμός
clucking chicken
κουκουβιστικό κοτετσούνι
clucking noise
κουκουβιστικό θόρυβος
clucking hen
κουκουβιστική αυγοθήκη
clucking away
κουκουβισμός μακριά
clucking loudly
κουκουβισμός θυρωμένος
clucking softly
κουκουβισμός με ήπιο τρόπο
clucking rhythm
κουκουβιστικό ρυθμός
clucking flock
κουκουβιστικό στάδιο
clucking in delight
κουκουβισμός με χαρά
the hen was clucking loudly in the yard.
Η γαλοπούλα κουνούγαγε έντονα στο περιβάλλον.
i could hear the clucking of the chickens from afar.
Μπορούσα να ακούσω τον κουνούγα των γαλοπούλων από μακριά.
she was clucking in delight at the sight of the chicks.
Κουνούγαγε χαρούμενα από την όψη των νεαρών γαλοπούλων.
the farmer enjoyed the clucking sounds of his flock.
Ο γεωργός απολαμβάνει τους ήχους κουνούγα του πλήθους του.
clucking can indicate that a hen is feeling safe.
Ο κουνούγας μπορεί να δείχνει ότι μια γαλοπούλα αισθάνεται ασφαλής.
we heard the clucking as we walked past the coop.
Ακούσαμε τον κουνούγα όταν περπάτησαμε παρακατω από την κατασκήνωση.
the children laughed at the clucking of the playful chickens.
Τα παιδιά γέλασαν από τον κουνούγα των παιχνιδιστικών γαλοπούλων.
clucking is a common sound among domestic chickens.
Ο κουνούγας είναι ένας κοινός ήχος μεταξύ των ενδοσφαιρικών γαλοπούλων.
she imitated the clucking of a chicken for fun.
Αντέγραφε τον κουνούγα μιας γαλοπούλας για διασκέδαση.
the clucking noise signaled the end of feeding time.
Ο ήχος του κουνούγα σήμανε το τέλος του χρόνου τροφοδοσίας.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now