collective

[ΗΠΑ]/kəˈlektɪv/
[ΗΒ]/kəˈlektɪv/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. σχετικός με, ή που γίνεται από μια ομάδα ανθρώπων που ενεργούν από κοινού· κοινός ή συμμετοχή σε όλα τα μέλη μιας ομάδας.
Word Forms

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

collective effort

ομαδική προσπάθεια

collective responsibility

ομαδική ευθύνη

collective decision-making

ομαδική λήψη αποφάσεων

collective economy

ομαδική οικονομία

collective action

ομαδική δράση

collective ownership

ομαδική ιδιοκτησία

collective memory

συλλογική μνήμη

collective property

συλλογική ιδιοκτησία

collective bargaining

συλλογική διαπραγμάτευση

collective agreement

συλλογική συμφωνία

collective security

συλλογική ασφάλεια

collective consciousness

συλλογική συνείδηση

collective contract

συλλογική σύμβαση

collective unconscious

αθροιστικό υποσυνείδητο

collective spirit

συλλογικό πνεύμα

collective behavior

συλλογική συμπεριφορά

collective farm

ομαδική φάρμα

collective idea

συλλογική ιδέα

collective noun

συλλογικό ουσιαστικό

collective goal

συλλογικός στόχος

Παραδείγματα Προτάσεων

the collective power of the workforce.

η συλλογική δύναμη του εργατικού δυναμικού

a response to collective poverty and oppression.

μια απάντηση στην συλλογική φτώχεια και καταπίεση

the collective wrath of the villagers .

η συλλογική οργή των χωριών

the collective wishes of the people

οι συλλογικές επιθυμίες των ανθρώπων

We all bear collective responsibility for this decision.

Όλοι μας φέρνουμε συλλογική ευθύνη για αυτή την απόφαση.

They hold together for collective security.

Ενώνουν τις δυνάμεις τους για συλλογική ασφάλεια.

had a flock of questions.See Usage Note at collective noun

είχε ένα κοπάδι από ερωτήσεις. Δείτε τη σημείωση χρήσης στο συλλογικό ουσιαστικό

The government are determined to follow this course. See Usage Note at collective noun

Η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να ακολουθήσει αυτή την πορεία. Δείτε τη σημείωση χρήσης στο συλλογικό ουσιαστικό

The group were divided in their sympathies. See Usage Note at collective noun

Η ομάδα ήταν διαιρεμένη στις συμπάθειές της. Δείτε τη σημείωση χρήσης στο συλλογικό ουσιαστικό

team sports; a team effort.See Usage Note at collective noun

ομαδικά αθλήματα· μια ομαδική προσπάθεια. Δείτε τη σημείωση χρήσης στο συλλογικό ουσιαστικό

ministers who share collective responsibility.

υπουργοί που μοιράζονται συλλογική ευθύνη.

from their collective guilt I except Miss Zinkeisen alone.

από την συλλογική τους ενοχή εξαιρώ μόνο την κυρία Zinkeisen.

We'll visit the collective farm another time.

Θα επισκεφθούμε την συλλογική φάρμα άλλη φορά.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα