commutes

[US]/kəˈmjuːts/
[UK]/kəˈmjuːts/
Frequency: Very High

Translation

n. τα ταξίδια προς και από τη δουλειά
v. ταξιδεύει συνήθως προς και από ένα μέρος; να ανταλλάσσει ή να αντικαθιστά

Phrases & Collocations

long commutes

μακρινές μετακινήσεις

daily commutes

ημερήσιες μετακινήσεις

short commutes

βραχύχρονες μετακινήσεις

easy commutes

εύκολες μετακινήσεις

stressful commutes

ταλαιπωρητικές μετακινήσεις

public commutes

δημόσιες μετακινήσεις

remote commutes

απομακρυσμένες μετακινήσεις

efficient commutes

αποτελεσματικές μετακινήσεις

flexible commutes

ελεύθερες μετακινήσεις

commutes home

μετακινήσεις στο σπίτι

Example Sentences

she commutes to work by train every day.

Η αποστέλλει την εργασία της με τρένο κάθε μέρα.

he usually commutes for over an hour.

Εκείνος συνήθως αποστέλλει για περισσότερο από μια ώρα.

many people prefer to commute by bicycle.

Πολλοί άνθρωποι προτιμούν να αποστέλλουν με ποδήλατο.

she enjoys listening to podcasts while she commutes.

Η απολαμβάνει την ακρόαση ποδκαστών ενώ αποστέλλει.

he commutes from the suburbs to the city.

Εκείνος αποστέλλει από τις προαστιανές προς την πόλη.

the company offers flexible hours for those who commute.

Η εταιρεία προσφέρει ευέλικτες ώρες για εκείνους που αποστέλλουν.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now