competently

[ΗΠΑ]/ˈkɒmpɪtəntli/
[ΗΒ]/ˈkɑːmpɪtəntli/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adv. εξαιρετικά, κατάλληλα

Παραδείγματα Προτάσεων

She competently completed the project ahead of schedule.

Αποπεράτωσε με επιτυχία το έργο πριν από το χρονοδιάγραμμα.

He competently handled the difficult situation with ease.

Ανέλαβε με επιτυχία την δύσκολη κατάσταση με ευκολία.

The chef competently prepared a delicious meal for the guests.

Ο μάγειρας ετοίμασε με επιτυχία ένα νόστιμο γεύμα για τους καλεσμένους.

She competently managed the team to success.

Διαχειρίστηκε με επιτυχία την ομάδα προς την επιτυχία.

He competently solved the complex math problem.

Επίλυσε με επιτυχία το σύνθετο μαθηματικό πρόβλημα.

The lawyer competently defended her client in court.

Ο δικηγόρος υπερασπίστηκε με επιτυχία τον πελάτη του στο δικαστήριο.

The doctor competently diagnosed the patient's illness.

Ο γιατρός διαγνώστηκε με επιτυχία την ασθένεια του ασθενούς.

She competently navigated through the challenging obstacles.

Περίμενε με επιτυχία τις δύσκολες δυσκολίες.

He competently repaired the broken machinery in record time.

Επισκεύασε με επιτυχία την χαλασμένη μηχανή σε χρόνο ρεκόρ.

The teacher competently explained the complex concept to the students.

Ο δάσκαλος εξήγησε με επιτυχία την σύνθετη έννοια στους μαθητές.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα