compliant

[ΗΠΑ]/kəmˈplaɪənt/
[ΗΒ]/kəmˈplaɪənt/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. υπάκουος, πρόθυμος να συμμορφωθεί, ακολουθώντας κανόνες ή οδηγίες

Παραδείγματα Προτάσεων

a compliant labour force.

ένα συμμορφούμενο εργατικό δυναμικό.

children compliant with the parental will;

παιδιά που συμμορφώνονται με τη θέληση των γονέων·

food which is compliant with safety regulations.

τρόφιμα που συμμορφώνονται με τους κανονισμούς ασφαλείας.

the timid, compliant child of authoritarian parents.

το δειλό, συμμορφούμενο παιδί αυταρχικών γονέων.

A compliant person gives in easily to other people's views.

Ένα συμμορφούμενο άτομο υποκύπτει εύκολα στις απόψεις των άλλων.

For the compliant child parental disapproval is as strong an inhibiting force as the threat of punishment.

Για το συμμορφούμενο παιδί, η έγκριση των γονέων είναι εξίσου ισχυρή ανασταλτική δύναμη με την απειλή τιμωρίας.

Usually people don't respect those who are too compliant.

Συνήθως οι άνθρωποι δεν σέβονται εκείνους που είναι πολύ συμμορφούμενοι.

I don’t respect people who are too compliant.

Δεν σέβομαι ανθρώπους που είναι πολύ συμμορφούμενοι.

You don't need to restrict all your code to CLS-compliant constructs;just avoid the noncompliant constructs in the interface.

Δεν χρειάζεται να περιορίσετε όλο τον κώδικά σας σε κατασκευές που είναι συμβατές με το CLS. Απλά αποφύγετε τις κατασκευές που δεν είναι συμβατές στην διεπαφή.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα