public condemnations
δημόσιες καταδίκες
international condemnations
διεθνείς καταδίκες
harsh condemnations
σκληρές καταδίκες
frequent condemnations
συχνές καταδίκες
strong condemnations
ισχυρές καταδίκες
political condemnations
πολιτικές καταδίκες
swift condemnations
ταχεία καταδίκη
universal condemnations
παγκόσμιες καταδίκες
moral condemnations
ηθικές καταδίκες
publicly condemnations
δημόσια καταδίκες
the politician faced numerous condemnations for his controversial remarks.
Ο πολιτικός αντιμετώπισε πολυάριθμες καταδίκες για τα αμφιλεγόμενα σχόλιά του.
public condemnations of the policy led to its swift repeal.
Οι δημόσιες καταδίκες της πολιτικής οδήγησαν στην ταχεία κατάργησή της.
there were widespread condemnations of the human rights violations.
Υπήρχαν εκτεταμένες καταδίκες για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
the artist's work received both praise and condemnations from critics.
Το έργο του καλλιτέχνη έλαβε τόσο επαίνους όσο και καταδίκες από τους κριτικούς.
his actions drew condemnations from various organizations.
Οι πράξεις του προκάλεσαν καταδίκες από διάφορους οργανισμούς.
many condemnations were issued after the scandal broke.
Πολλές καταδίκες εκδόθηκαν μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου.
she issued a statement expressing her condemnations of the violence.
Εξέδωσε μια δήλωση εκφράζοντας τις καταδίκες της για τη βία.
condemnations from the international community were swift and severe.
Οι καταδίκες από την διεθνή κοινότητα ήταν γρήγορες και αυστηρές.
his remarks sparked condemnations across social media platforms.
Τα σχόλιά του προκάλεσαν καταδίκες σε διάφορες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.
the film sparked condemnations for its portrayal of sensitive topics.
Η ταινία προκάλεσε καταδίκες για την απεικόνιση ευαίσθητων θεμάτων.
public condemnations
δημόσιες καταδίκες
international condemnations
διεθνείς καταδίκες
harsh condemnations
σκληρές καταδίκες
frequent condemnations
συχνές καταδίκες
strong condemnations
ισχυρές καταδίκες
political condemnations
πολιτικές καταδίκες
swift condemnations
ταχεία καταδίκη
universal condemnations
παγκόσμιες καταδίκες
moral condemnations
ηθικές καταδίκες
publicly condemnations
δημόσια καταδίκες
the politician faced numerous condemnations for his controversial remarks.
Ο πολιτικός αντιμετώπισε πολυάριθμες καταδίκες για τα αμφιλεγόμενα σχόλιά του.
public condemnations of the policy led to its swift repeal.
Οι δημόσιες καταδίκες της πολιτικής οδήγησαν στην ταχεία κατάργησή της.
there were widespread condemnations of the human rights violations.
Υπήρχαν εκτεταμένες καταδίκες για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
the artist's work received both praise and condemnations from critics.
Το έργο του καλλιτέχνη έλαβε τόσο επαίνους όσο και καταδίκες από τους κριτικούς.
his actions drew condemnations from various organizations.
Οι πράξεις του προκάλεσαν καταδίκες από διάφορους οργανισμούς.
many condemnations were issued after the scandal broke.
Πολλές καταδίκες εκδόθηκαν μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου.
she issued a statement expressing her condemnations of the violence.
Εξέδωσε μια δήλωση εκφράζοντας τις καταδίκες της για τη βία.
condemnations from the international community were swift and severe.
Οι καταδίκες από την διεθνή κοινότητα ήταν γρήγορες και αυστηρές.
his remarks sparked condemnations across social media platforms.
Τα σχόλιά του προκάλεσαν καταδίκες σε διάφορες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.
the film sparked condemnations for its portrayal of sensitive topics.
Η ταινία προκάλεσε καταδίκες για την απεικόνιση ευαίσθητων θεμάτων.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα