confesses

[ΗΠΑ]/kənˈfɛsɪz/
[ΗΒ]/kənˈfɛsɪz/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. αποδέχεται ή αναγνωρίζει κάτι· ακούει την εξομολόγηση κάποιου· εξομολογείται στο πλαίσιο της Καθολικής Εκκλησίας· εκφράζει μετανοιά

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

confesses love

ομολογεί αγάπη

confesses guilt

ομολογεί ενοχή

confesses secrets

ομολογεί μυστικά

confesses mistakes

ομολογεί λάθη

confesses feelings

ομολογεί συναισθήματα

confesses doubts

ομολογεί αμφιβολίες

confesses fears

ομολογεί φόβους

confesses truth

ομολογεί την αλήθεια

confesses intentions

ομολογεί προθέσεις

confesses errors

ομολογεί σφάλματα

Παραδείγματα Προτάσεων

she confesses her feelings to him.

εκγυρίζει τα συναισθήματά της σε αυτόν.

the student confesses to cheating on the exam.

ο μαθητής ομολογεί ότι έκανε απάτη στην εξέταση.

he confesses that he made a mistake.

ομολογεί ότι έκανε ένα λάθος.

the suspect confesses to the crime during the interrogation.

ο ύποπτος ομολογεί το έγκλημα κατά τη διάρκεια της ανάκρισης.

she confesses her secret to her best friend.

εκγυρίζει το μυστικό της στην καλύτερη της φίλη.

he confesses his love for her in a letter.

ομολογεί τον έρωτά του για εκείνη σε μια επιστολή.

the author confesses that the story is based on true events.

ο συγγραφέας ομολογεί ότι η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα.

she confesses to being nervous before the presentation.

ομολογεί ότι είναι νευρική πριν από την παρουσίαση.

he confesses that he has been struggling with depression.

ομολογεί ότι παλεύει με κατάθλιψη.

the child confesses to breaking the vase.

το παιδί ομολογεί ότι έσπασε το βάζο.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα