physical confinements
φυσικές περιορισμοί
emotional confinements
συναισθηματικοί περιορισμοί
social confinements
κοινωνικοί περιορισμοί
mental confinements
ψυχικοί περιορισμοί
self-imposed confinements
περιορισμοί που επιβάλλει ο ίδιος
environmental confinements
περιβαλλοντικοί περιορισμοί
legal confinements
νομικοί περιορισμοί
spatial confinements
χωρικοί περιορισμοί
temporary confinements
προσωρινοί περιορισμοί
permanent confinements
μόνιμοι περιορισμοί
she felt the confinements of her job were stifling her creativity.
αισθάνονταν ότι οι περιορισμοί του εργασιακού της περιβάλλοντος την περιορίζουν στη δημιουργικότητα.
he broke free from the confinements of his past.
ελευθερώθηκε από τους περιορισμούς του παρελθόντος του.
the confinements of the small room made it hard to breathe.
οι περιορισμοί του μικρού δωματίου κάνουν δύσκολο να αναπνέεις.
she often spoke about the confinements of societal expectations.
συχνά μιλούσε για τους περιορισμούς των κοινωνικών προσδοκιών.
they sought to escape the confinements of their routine.
αναζητούσαν να αποφύγουν τους περιορισμούς της καθημερινότητάς τους.
the artist's work reflects the confinements of modern life.
το έργο του καλλιτεχνή ανακλά τους περιορισμούς της σύγχρονης ζωής.
living within the confinements of the city can be challenging.
να ζήσεις μέσα στους περιορισμούς της πόλης μπορεί να είναι δύσκολο.
he felt the confinements of tradition were holding him back.
αισθανόταν ότι οι περιορισμοί της παραδόσεως τον κρατούσαν πίσω.
many people struggle with the confinements of their own minds.
πολλοί άνθρωποι αγωνιούνται με τους περιορισμούς των ίδιων τους νοουργικών τους.
she wrote a book about breaking the confinements of fear.
γράφει ένα βιβλίο για την αναμφισβήτητη απελευθέρωση από τους περιορισμούς του φόβου.
physical confinements
φυσικές περιορισμοί
emotional confinements
συναισθηματικοί περιορισμοί
social confinements
κοινωνικοί περιορισμοί
mental confinements
ψυχικοί περιορισμοί
self-imposed confinements
περιορισμοί που επιβάλλει ο ίδιος
environmental confinements
περιβαλλοντικοί περιορισμοί
legal confinements
νομικοί περιορισμοί
spatial confinements
χωρικοί περιορισμοί
temporary confinements
προσωρινοί περιορισμοί
permanent confinements
μόνιμοι περιορισμοί
she felt the confinements of her job were stifling her creativity.
αισθάνονταν ότι οι περιορισμοί του εργασιακού της περιβάλλοντος την περιορίζουν στη δημιουργικότητα.
he broke free from the confinements of his past.
ελευθερώθηκε από τους περιορισμούς του παρελθόντος του.
the confinements of the small room made it hard to breathe.
οι περιορισμοί του μικρού δωματίου κάνουν δύσκολο να αναπνέεις.
she often spoke about the confinements of societal expectations.
συχνά μιλούσε για τους περιορισμούς των κοινωνικών προσδοκιών.
they sought to escape the confinements of their routine.
αναζητούσαν να αποφύγουν τους περιορισμούς της καθημερινότητάς τους.
the artist's work reflects the confinements of modern life.
το έργο του καλλιτεχνή ανακλά τους περιορισμούς της σύγχρονης ζωής.
living within the confinements of the city can be challenging.
να ζήσεις μέσα στους περιορισμούς της πόλης μπορεί να είναι δύσκολο.
he felt the confinements of tradition were holding him back.
αισθανόταν ότι οι περιορισμοί της παραδόσεως τον κρατούσαν πίσω.
many people struggle with the confinements of their own minds.
πολλοί άνθρωποι αγωνιούνται με τους περιορισμούς των ίδιων τους νοουργικών τους.
she wrote a book about breaking the confinements of fear.
γράφει ένα βιβλίο για την αναμφισβήτητη απελευθέρωση από τους περιορισμούς του φόβου.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now