confiscated

[US]/ˈkɒnfɪskeɪtɪd/
[UK]/ˈkɑːnfɪskeɪtɪd/
Frequency: Very High

Translation

v. αφαιρεμένο ή κατειλημμένο από αρχή

Phrases & Collocations

confiscated goods

κατειλημμένα αγαθά

confiscated items

κατειλημμένα αντικείμενα

confiscated property

κατειλημμένη περιουσία

confiscated assets

ανακτημένα περιουσιακά στοιχεία

confiscated evidence

κατειλημμένα στοιχεία

confiscated drugs

κατειλημμένα ναρκωτικά

confiscated materials

κατειλημμένα υλικά

confiscated items list

λίστα κατειλημμένων αντικειμένων

confiscated property laws

νομοθεσία για κατειλημμένη περιουσία

confiscated vehicles

κατειλημμένα οχήματα

Example Sentences

the police confiscated the illegal drugs.

Η αστυνομία κατέσχε τα ναρκωτικά.

all items that were confiscated will be auctioned.

Όλα τα αντικείμενα που κατεχθήκαν θα προσφερθούν.

his passport was confiscated at the airport.

Το διαβατήριό του κατεχθήκη στο αεροδρόμιο.

the school confiscated the students' phones during the exam.

Η σχολή κατέσχε τα τηλέφωνα των μαθητών κατά τη διάρκεια της εξέτασης.

the authorities confiscated the counterfeit goods.

Οι αρχές κατέσχε τα παραποιημένα προϊόντα.

items confiscated by customs are stored for inspection.

Τα αντικείμενα που κατεχθήκαν από τα ταμπερέ μαζεύονται για έλεγχο.

they confiscated the weapons found in the suspect's home.

Κατέσχεσαν τα όπλα που βρέθηκαν στο σπίτι του ύποπλου.

confiscated items may be returned after a hearing.

Τα κατεχθέντα αντικείμενα μπορεί να επιστραφούν μετά από ακρόαση.

the government confiscated land for public use.

Ο κρατικός κατέσχε τη γη για δημόσια χρήση.

confiscated money was used to fund community programs.

Τα κατεχθέντα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για να χρηματοδοτήσουν προγράμματα κοινότητας.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now