conflictual situation
προβληματική κατάσταση
conflictual relationship
προβληματική σχέση
inherently conflictual
φυσικώς προβληματικό
avoid conflictual
αποφυγή προβληματικής
conflictual history
προβληματική ιστορία
highly conflictual
πολύ προβληματικό
resolving conflictual
επίλυση προβληματικής
conflictual period
προβληματική περίοδος
potentially conflictual
δυνητικά προβληματικό
conflictual aspects
προβληματικά στοιχεία
the negotiations became increasingly conflictual as time ran out.
Οι διαπραγματεύσεις έγιναν όλο και πιο συγκρούσιμες καθώς η ώρα έλειπε.
their relationship was marked by a deeply conflictual dynamic.
Η σχέση τους χαρακτηριζόταν από μια βαθιά συγκρούσιμη δυναμική.
the film explored the conflictual nature of power and ambition.
Η ταινία εξερεύνησε τη συγκρούσιμη φύση της εξουσίας και της προσπάθειας.
the situation presented a conflictual set of circumstances for the team.
Η κατάσταση παρουσίασε ένα σύνολο συγκρούσιμων συνθηκών για την ομάδα.
the two ideologies clashed in a highly conflictual debate.
Οι δύο ιδεολογίες συγκρούστηκαν σε μια πολύ συγκρούσιμη συζήτηση.
the report highlighted the conflictual relationship between the departments.
Το αναφορικό έγγραφο έδειξε τη συγκρούσιμη σχέση μεταξύ των τμημάτων.
the project faced a conflictual array of challenges and setbacks.
Το πρόγραμμα αντιμετώπισε ένα σύνολο συγκρούσιμων προκλήσεων και αντικαταβολών.
the characters' motivations were often conflictual and contradictory.
Οι προθυμίες των χαρακτήρων ήταν συχνά συγκρούσιμες και αντικαταβολικές.
the legal framework contained several conflictual clauses.
Ο νομικός πλαισιομενος περιείχε πολλά συγκρούσιμα άρθρα.
the company culture fostered a conflictual work environment.
Η επιχειρηματική πολιτισμός προώθησε ένα συγκρούσιμο εργασιακό περιβάλλον.
the historical account detailed a conflictual period of unrest.
Η ιστορική περιγραφή περιέγραφε ένα συγκρούσιμο περίοδο αστάθειας.
conflictual situation
προβληματική κατάσταση
conflictual relationship
προβληματική σχέση
inherently conflictual
φυσικώς προβληματικό
avoid conflictual
αποφυγή προβληματικής
conflictual history
προβληματική ιστορία
highly conflictual
πολύ προβληματικό
resolving conflictual
επίλυση προβληματικής
conflictual period
προβληματική περίοδος
potentially conflictual
δυνητικά προβληματικό
conflictual aspects
προβληματικά στοιχεία
the negotiations became increasingly conflictual as time ran out.
Οι διαπραγματεύσεις έγιναν όλο και πιο συγκρούσιμες καθώς η ώρα έλειπε.
their relationship was marked by a deeply conflictual dynamic.
Η σχέση τους χαρακτηριζόταν από μια βαθιά συγκρούσιμη δυναμική.
the film explored the conflictual nature of power and ambition.
Η ταινία εξερεύνησε τη συγκρούσιμη φύση της εξουσίας και της προσπάθειας.
the situation presented a conflictual set of circumstances for the team.
Η κατάσταση παρουσίασε ένα σύνολο συγκρούσιμων συνθηκών για την ομάδα.
the two ideologies clashed in a highly conflictual debate.
Οι δύο ιδεολογίες συγκρούστηκαν σε μια πολύ συγκρούσιμη συζήτηση.
the report highlighted the conflictual relationship between the departments.
Το αναφορικό έγγραφο έδειξε τη συγκρούσιμη σχέση μεταξύ των τμημάτων.
the project faced a conflictual array of challenges and setbacks.
Το πρόγραμμα αντιμετώπισε ένα σύνολο συγκρούσιμων προκλήσεων και αντικαταβολών.
the characters' motivations were often conflictual and contradictory.
Οι προθυμίες των χαρακτήρων ήταν συχνά συγκρούσιμες και αντικαταβολικές.
the legal framework contained several conflictual clauses.
Ο νομικός πλαισιομενος περιείχε πολλά συγκρούσιμα άρθρα.
the company culture fostered a conflictual work environment.
Η επιχειρηματική πολιτισμός προώθησε ένα συγκρούσιμο εργασιακό περιβάλλον.
the historical account detailed a conflictual period of unrest.
Η ιστορική περιγραφή περιέγραφε ένα συγκρούσιμο περίοδο αστάθειας.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now