confronter

[US]/[kənˈfrɒntə(r)]/
[UK]/[kənˈfrɒntər]/

Translation

n. Ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζει· κάποιος που αντιμετωπίζει μια δύσκολη κατάσταση ή αντίπαλο.
v. Να αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα ή δύσκολη κατάσταση άμεσα· να προκαλεί ή να αμφισβητεί την αρχή ή τις πεποιθήσεις κάποιου· να επιδραμματίζεται άμεσα.

Example Sentences

we need to confronter the issue head-on to find a solution.

Χρειαζόμαστε να αντιμετωπίσουμε το θέμα απευθείας για να βρούμε μια λύση.

the ceo decided to confronter the declining sales figures.

Ο CEO αποφάσισε να αντιμετωπίσει τα φθινούμενα στοιχεία πωλήσεων.

it's important to confronter your fears to achieve your goals.

Είναι σημαντικό να αντιμετωπίζετε τους φόβους σας για να επιτύχετε τους στόχους σας.

the politician chose to confronter the accusations publicly.

Ο πολιτικός επέλεξε να αντιμετωπίσει τις καταγγελίες δημοσίως.

the team must confronter the challenges of the new project.

Ο ομάδα πρέπει να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του νέου έργου.

she bravely confronter the difficult truth about her past.

Εκείνη τολμούσε να αντιμετωπίσει τη δύσκολη αλήθεια για το παρελθόν της.

he prepared himself to confronter the angry customer.

Ετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει τον θυμό πελάτη.

the company planned to confronter the competition aggressively.

Η εταιρεία σχεδίασε να αντιμετωπίσει την ανταγωνιστικότητα με έντονο τρόπο.

we must confronter the systemic biases within the organization.

Πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις συστηματικές παραλείψεις μέσα στην οργάνωση.

the journalist sought to confronter the government on the policy.

Ο δημοσιογράφος ψάχνει να αντιμετωπίσει την κυβέρνηση σχετικά με την πολιτική.

it takes courage to confronter your own shortcomings.

Χρειάζεται αυτοπεποίθηση για να αντιμετωπίσετε τις ίδιες σας ανεπάρκειες.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now