conjured

[US]/ˈkɒn.dʒəd/
[UK]/ˈkɑn.dʒɚd/
Frequency: Very High

Translation

v. να καλέσει ή να προκαλέσει την ύπαρξη κάτις αν όπως με την μαγική; να καλέσει (ένα πνεύμα ή θεό) για βοήθεια; να εκτελέσει παραδόξα ή ψευδομαγικά; να προκαλέσει την εμφάνιση κάτις αν όπως με την μαγική

Phrases & Collocations

conjured dreams

προκαλούμενα όνειρα

conjured images

προκαλούμενες εικόνες

conjured memories

προκαλούμενες μνήμες

conjured spirits

προκαλούμενα πνεύματα

conjured magic

προκαλούμενη μαγεία

conjured visions

προκαλούμενες όραση

conjured thoughts

προκαλούμενες σκέψεις

conjured laughter

προκαλούμενο γέλωμα

conjured fears

προκαλούμενες φόβοι

conjured wonders

προκαλούμενα θαυμάτων

Example Sentences

the magician conjured a rabbit from his hat.

Ο μάγος προκάλεσε ένα κουνέλι από το καπέλο του.

she conjured up memories of her childhood.

Εκπροσωπήσε τα συμβάντα της παιδικής της ηλικίας.

the artist conjured a beautiful landscape on canvas.

Ο καλλιτέχνης προκάλεσε ένα όμορφο τοπίο στο κανβάς.

he conjured a spell to protect his home.

Προκάλεσε ένα προστατευτικό του σπιτιού του.

the chef conjured a delicious dish from simple ingredients.

Ο προσωπικός προκάλεσε ένα γευστικό πιάτο από απλά υλικά.

they conjured a plan to surprise their friend.

Επένδυσαν ένα σχέδιο για να προκαλέσουν τον φίλο τους.

she conjured a smile despite the bad news.

Προκάλεσε ένα χαμόγελο παρά τις κακές ειδήσεις.

the story conjured images of a distant land.

Η ιστορία προκάλεσε εικόνες μιας απομακρυσμένης χώρας.

the film conjured a sense of nostalgia.

Το ταινία προκάλεσε ένα αίσθημα νοσταλγίας.

he conjured a vision of what the future could hold.

Προκάλεσε μια ορατικότητα για το τι μπορεί να έχει το μέλλον.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now