make connections
δημιουργία συνδέσεων
strong connections
ισχυρές συνδέσεις
connections matter
η σύνδεση έχει σημασία
networking connections
συνδέσεις δικτύου
lost connections
χαμένες συνδέσεις
connections exist
υπάρχουν συνδέσεις
building connections
κατασκευή συνδέσεων
connections improved
βελτιωμένες συνδέσεις
personal connections
προσωπικές συνδέσεις
connections forged
συνδέσεις που δημιουργήθηκαν
we need to strengthen our connections with international partners.
Χρειαζόμαστε να ενισχύσουμε τις συνδέσεις μας με διεθνείς εταίρους.
building strong professional connections is crucial for career advancement.
Η δημιουργία ισχυρών επαγγελματικών συνδέσεων είναι κρίσιμη για την προαγωγή της καριέρας.
the internet provides valuable connections to information and people worldwide.
Το διαδίκτυο παρέχει αξιόλογες συνδέσεις με πληροφορίες και ανθρώπους παγκοσμίως.
maintaining personal connections with family and friends is essential for well-being.
Η διατήρηση προσωπικών συνδέσεων με την οικογένεια και τους φίλους είναι απαραίτητη για την καλή συμπεριφορά.
the conference offered excellent networking connections for attendees.
Η συνάντηση προσέφερε εξαιρετικές ευκαιρίες για δικτύωση για τους συμμετέχοντες.
a stable internet connection is vital for remote work and online learning.
Μια σταθερή σύνδεση στο διαδίκτυο είναι απαραίτητη για την απομακρυσμένη εργασία και την εκπαίδευση στο διαδίκτυο.
the train journey provided opportunities to make new connections with fellow travelers.
Η ταξίδι με το τραμ παρείχε ευκαιρίες για να κάνεις νέες συνδέσεις με άλλους ταξιδιώτες.
understanding the connections between cause and effect is key to problem-solving.
Η κατανόηση των συνδέσεων μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος είναι κλειδί για την επίλυση προβλημάτων.
the company is seeking to expand its global connections through strategic partnerships.
Η εταιρεία αναζητά να επεκταθεί τις παγκόσμιες συνδέσεις της μέσω στρατηγικών συνεργασιών.
lost connections between the wires caused the device to malfunction.
Η απώλεια των συνδέσεων μεταξύ των καλωδίων προκάλεσε δυσλειτουργία του συσκευής.
he made a vital connection between the two seemingly unrelated events.
Έκανε μια σημαντική σύνδεση μεταξύ των δύο φανερά ασυνδεδεμένων γεγονότων.
make connections
δημιουργία συνδέσεων
strong connections
ισχυρές συνδέσεις
connections matter
η σύνδεση έχει σημασία
networking connections
συνδέσεις δικτύου
lost connections
χαμένες συνδέσεις
connections exist
υπάρχουν συνδέσεις
building connections
κατασκευή συνδέσεων
connections improved
βελτιωμένες συνδέσεις
personal connections
προσωπικές συνδέσεις
connections forged
συνδέσεις που δημιουργήθηκαν
we need to strengthen our connections with international partners.
Χρειαζόμαστε να ενισχύσουμε τις συνδέσεις μας με διεθνείς εταίρους.
building strong professional connections is crucial for career advancement.
Η δημιουργία ισχυρών επαγγελματικών συνδέσεων είναι κρίσιμη για την προαγωγή της καριέρας.
the internet provides valuable connections to information and people worldwide.
Το διαδίκτυο παρέχει αξιόλογες συνδέσεις με πληροφορίες και ανθρώπους παγκοσμίως.
maintaining personal connections with family and friends is essential for well-being.
Η διατήρηση προσωπικών συνδέσεων με την οικογένεια και τους φίλους είναι απαραίτητη για την καλή συμπεριφορά.
the conference offered excellent networking connections for attendees.
Η συνάντηση προσέφερε εξαιρετικές ευκαιρίες για δικτύωση για τους συμμετέχοντες.
a stable internet connection is vital for remote work and online learning.
Μια σταθερή σύνδεση στο διαδίκτυο είναι απαραίτητη για την απομακρυσμένη εργασία και την εκπαίδευση στο διαδίκτυο.
the train journey provided opportunities to make new connections with fellow travelers.
Η ταξίδι με το τραμ παρείχε ευκαιρίες για να κάνεις νέες συνδέσεις με άλλους ταξιδιώτες.
understanding the connections between cause and effect is key to problem-solving.
Η κατανόηση των συνδέσεων μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος είναι κλειδί για την επίλυση προβλημάτων.
the company is seeking to expand its global connections through strategic partnerships.
Η εταιρεία αναζητά να επεκταθεί τις παγκόσμιες συνδέσεις της μέσω στρατηγικών συνεργασιών.
lost connections between the wires caused the device to malfunction.
Η απώλεια των συνδέσεων μεταξύ των καλωδίων προκάλεσε δυσλειτουργία του συσκευής.
he made a vital connection between the two seemingly unrelated events.
Έκανε μια σημαντική σύνδεση μεταξύ των δύο φανερά ασυνδεδεμένων γεγονότων.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now