connects

[ΗΠΑ]/kəˈnɛkts/
[ΗΒ]/kəˈnɛkts/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. τρίτο πρόσωπο ενικό του connect· να θεωρεί κανείς ως σχετικό· να συνδέει με· να συνδέει με τηλέφωνο

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

connects people

συνδέει ανθρώπους

connects ideas

συνδέει ιδέες

connects devices

συνδέει συσκευές

connects communities

συνδέει κοινότητες

connects networks

συνδέει δίκτυα

connects cultures

συνδέει πολιτισμούς

connects businesses

συνδέει επιχειρήσεις

connects platforms

συνδέει πλατφόρμες

connects services

συνδέει υπηρεσίες

Παραδείγματα Προτάσεων

technology connects people across the globe.

Η τεχνολογία συνδέει ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.

the bridge connects the two cities.

Η γέφυρα συνδέει τις δύο πόλεις.

music connects us on an emotional level.

Η μουσική μας συνδέει σε συναισθηματικό επίπεδο.

the app connects users with local services.

Η εφαρμογή συνδέει τους χρήστες με τοπικές υπηρεσίες.

friendship connects people from different backgrounds.

Η φιλία συνδέει ανθρώπους από διαφορετικά υπόβαθρα.

the internet connects millions of devices.

Το διαδίκτυο συνδέει εκατομμύρια συσκευές.

she connects with her audience through storytelling.

Συνδέεται με το κοινό της μέσα από την αφήγηση ιστοριών.

he connects the dots to solve the puzzle.

Ενώνει τα κομμάτια για να λύσει το γρίφο.

the conference connects professionals from various fields.

Το συνέδριο συνδέει επαγγελματίες από διάφορους τομείς.

community events connect neighbors and build relationships.

Οι εκδηλώσεις της κοινότητας συνδέουν τους γείτονες και δημιουργούν σχέσεις.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα