contemptible

[ΗΠΑ]/kənˈtemptəbl/
[ΗΒ]/kənˈtemptəbl/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. αξιόπρεπος για απόρριψη; απεχθής; απεχθής.

Παραδείγματα Προτάσεων

a display of contemptible cowardice.

μια επίδειξη απεχθής δεισιδαιμονίας.

guilty of contemptible behavior.

ευθύς για απαράτηρητη συμπεριφορά.

a contemptible crime

ένα απαράτηρητο έγκλημα

That was a contemptible trick to play on a friend.

Ήταν μια απαράτηρητη παρέμβαση να παίξει σε ένα φίλο.

stooping to contemptible methods to realize their ambitions;

παρατάσσοντας σε απαράτηρητους τρόπους για να πραγματοποιήσουν τις προθέσεις τους;

It was contemptible of him to speak like that about a respectable teacher!

Ήταν απαράτηρητο από αυτόν να μιλάει έτσι για ένα αξιόπερδο δάσκαλο!

His personal presence is unimpressive and his speech contemptible.

Η προσωπική του παρουσία είναι μη εντυπωσιακή και ο λόγος του περιφρονητικός.

It was a contemptible trick to tell lies and play on an old friend!

Ήταν μια απαράτηρητη παρέμβαση να πεις ψέματα και να παίξεις σε έναν αρχαίο φίλο!

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα