contracepting

[US]/ˌkɒntrəˈsɛptɪŋ/
[UK]/ˌkɑːntrəˈsɛptɪŋ/

Translation

vt. να προφυλάξει από εγκυμοσύνη

Phrases & Collocations

contracepting methods

μέθοδοι αναπαραγωγικής προφύλαξης

contracepting options

επιλογές αναπαραγωγικής προφύλαξης

contracepting techniques

τεχνικές αναπαραγωγικής προφύλαξης

contracepting devices

συσκευές αναπαραγωγικής προφύλαξης

contracepting practices

πρακτικές αναπαραγωγικής προφύλαξης

contracepting pills

φάρμακα αναπαραγωγικής προφύλαξης

contracepting barriers

προστατευτικά μέτρα αναπαραγωγικής προφύλαξης

contracepting choices

επιλογές αναπαραγωγικής προφύλαξης

contracepting strategies

στρατηγικές αναπαραγωγικής προφύλαξης

Example Sentences

many couples are contracepting to plan their families.

πολλοί ζευγάρια χρησιμοποιούν αναπαραγωγική προφύλαξη για να προγραμματίσουν τις οικογένειές τους.

she is contracepting to avoid an unplanned pregnancy.

εκείνη χρησιμοποιεί αναπαραγωγική προφύλαξη για να αποφύγει μια απρογραμματισμένη κύηση.

contracepting can help improve women's health.

η αναπαραγωγική προφύλαξη μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της υγείας των γυναικών.

they discussed contracepting options during their visit to the clinic.

συζήτησαν επιλογές αναπαραγωγικής προφύλαξης κατά την επίσκεψή τους στο ιατρείο.

contracepting methods vary widely across cultures.

τα μέτρα αναπαραγωγικής προφύλαξης διαφέρουν ευρέως μεταξύ των πολιτισμών.

she believes that contracepting is a personal choice.

εκείνη πιστεύει ότι η αναπαραγωγική προφύλαξη είναι μια προσωπική επιλογή.

education about contracepting is essential for young people.

η εκπαίδευση σχετικά με την αναπαραγωγική προφύλαξη είναι απαραίτητη για τους νέους.

using contracepting methods can empower individuals.

η χρήση μεθόδων αναπαραγωγικής προφύλαξης μπορεί να ενδυναμώσει τους ανθρώπους.

they are contracepting to ensure financial stability before having children.

χρησιμοποιούν αναπαραγωγική προφύλαξη για να εξασφαλίσουν οικονομική σταθερότητα πριν από την επίδραση παιδιών.

contracepting plays a crucial role in reproductive health.

η αναπαραγωγική προφύλαξη παίζει ένα κρίσιμο ρόλο στην αναπαραγωγική υγεία.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now