cordless

[ΗΠΑ]/'kɔːdlɪs/
[ΗΒ]/'kɔrdləs/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. χωρίς κορδόνια
adj. χωρίς κορδόνια, adv. ασύρματα

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

cordless phone

ασύρματο τηλέφωνο

cordless drill

ασύρματο τρυπάνι

cordless vacuum

ασύρματο σκουπάκι

cordless telephone

ασύρματο τηλέφωνο

Παραδείγματα Προτάσεων

a cordless electric shaver.

ένας ασύρματος ηλεκτρικός ξυριστής.

corded and cordless phones.

σταθερά και ασύρματα τηλέφωνα.

A cordless telephone has been installed in the house.

Ένα ασύρματο τηλέφωνο έχει εγκατασταθεί στο σπίτι.

An RF MEMS cognitive radio card can therefore turn a cell phone into a WLAN, a laptop into a cell phone or a cordless telephone into a picocell “tower.

Μια κάρτα ραδιοφώνου RF MEMS με γνωστική λειτουργία μπορεί επομένως να μετατρέψει ένα κινητό τηλέφωνο σε WLAN, ένα φορητό υπολογιστή σε κινητό τηλέφωνο ή ένα ασύρματο τηλέφωνο σε “πύργο” picocell.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα