corporatize

[US]/ˈkɔːpəraˌtaɪz/
[UK]/ˈkɔːr.pɚ.ə.taɪz/

Translation

vt. να μετατρέπει (κάτι) σε εταιρία

Phrases & Collocations

corporatize services

επιχειρηματικοποίηση υπηρεσιών

corporatize operations

επιχειρηματικοποίηση λειτουργιών

corporatize management

επιχειρηματικοποίηση διοίκησης

corporatize structure

επιχειρηματικοποίηση δομής

corporatize assets

επιχειρηματικοποίηση περιουσίας

corporatize resources

επιχειρηματικοποίηση πόρων

corporatize functions

επιχειρηματικοποίηση λειτουργιών

corporatize entities

επιχειρηματικοποίηση οντοτήτων

corporatize strategy

επιχειρηματικοποίηση στρατηγικής

corporatize processes

επιχειρηματικοποίηση διαδικασιών

Example Sentences

the government plans to corporatize several state-owned enterprises.

Ο κυβερνητικός πληροφορικός σχεδιάζει να εταιρικοποιήσει πολλές κρατικές επιχειρήσεις.

it is essential to corporatize the management structure for better accountability.

Είναι απαραίτητο να εταιρικοποιηθεί η διοικητική δομή για καλύτερη ευθύνη.

they decided to corporatize to attract more investment.

Αποφάσισαν να εταιρικοποιήσουν για να προσελκύσουν περισσότερες επενδύσεις.

to compete globally, we need to corporatize our local businesses.

Για να ανταγωνιστούμε παγκοσμίως, χρειαζόμαστε να εταιρικοποιήσουμε τις τοπικές μας επιχειρήσεις.

they are working on a plan to corporatize the education system.

Εργάζονται σε ένα σχέδιο για να εταιρικοποιήσουν το εκπαιδευτικό σύστημα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now