coughing

[US]/ˈkɒfɪŋ/
[UK]/ˈkɔːfɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. το παραγωγικό της λέξης cough; να εκπνέει απότομα αέρα από τους πνεύμονες
n. η πράξη του βήχα
Word Forms
Pluralcoughings

Phrases & Collocations

coughing fit

σπασμός κοπέλας

coughing spell

σπασμός κοπέλας

coughing sound

ήχος κοπέλας

coughing up

καταπράγμα

coughing child

παιδί με κοπέλα

coughing attack

επίθεση κοπέλας

coughing symptoms

συμπτώματα κοπέλας

coughing relief

ανακούφιση από την κοπέλα

coughing issue

πρόβλημα κοπέλας

coughing baby

βρέφος με κοπέλα

Example Sentences

he started coughing during the movie.

έκανε καταπράσινο κατά τη διάρκεια του ταινίας.

she was coughing because of the dust.

έκανε καταπράσινο λόγω του σκόνης.

coughing can be a sign of a cold.

το καταπράσινο μπορεί να είναι ένδειξη ενός κρύου.

he couldn't stop coughing all night.

δεν μπόρεσε να σταματήσει να καταπράσινει όλη τη νύχτα.

she covered her mouth while coughing.

κάλυψε το στόμα της ενώ καταπράσινει.

coughing loudly in class is rude.

να καταπράσινεις θόρυβο στην τάξη είναι αισχρό.

he has a persistent cough that worries me.

έχει ένα συνεχές καταπράσινο που με ανησυχεί.

she took some medicine to ease her coughing.

πήρε κάποια φάρμακα για να ελαφρύνει το καταπράσινό της.

coughing fits can be very uncomfortable.

τα καταπράσινα μπορεί να είναι πολύ αβολίτα.

he was coughing so much that he had to leave.

έκανε τόσο πολύ καταπράσινο που έπρεπε να φύγει.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now