coughs

[US]/kɒfs/
[UK]/kɔːfs/
Frequency: Very High

Translation

v. τρίτος πρόσωπος μονογλωσσίας του cough; να εκπνέει από τους πνεύμονες τον αέρα ξαφνικά με ένα ακατάλληλο θόρυβο; να παράγει ένα ξαφνικό, θορυβώδες ήχο

Phrases & Collocations

coughs loudly

καταπιέζει έντονα

coughs persistently

καταπιέζει συνεχώς

coughs frequently

καταπιέζει συχνά

coughs gently

καταπιέζει με απαλά

coughs uncontrollably

καταπιέζει ανελέγξιμα

coughs softly

καταπιέζει με απαλά

coughs at night

καταπιέζει τη νύχτα

coughs in public

καταπιέζει σε δημόσιο χώρο

coughs during exercise

καταπιέζει κατά τη διάρκεια της άσκησης

coughs with cold

καταπιέζει με ρινίτιδα

Example Sentences

he coughs when he has a cold.

κατανεύει όταν έχει κρύο.

she coughs loudly during the meeting.

κατανεύει έντονα κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

the doctor says he coughs too much.

ο γιατρός λέει ότι κατανεύει πολύ πολύ.

when he coughs, everyone looks at him.

όταν κατανεύει, όλοι τον κοιτάνε.

she coughs because of the dust in the air.

κατανεύει λόγω του σκόνης στον αέρα.

he coughs every morning from allergies.

κατανεύει κάθε πρωί λόγω αλλεργιών.

when she coughs, she covers her mouth.

όταν κατανεύει, καλύπτει το στόμα της.

the child coughs and needs some water.

το παιδί κατανεύει και χρειάζεται λίγο νερό.

he coughs after running for too long.

κατανεύει μετά από τρέξιμο για πολύ καιρό.

she coughs softly to get attention.

κατανεύει με ήπιο τρόπο για να πάρει προσοχή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now