cradling a baby
καταπραΰνοντας ένα βρέφος
cradling a dream
καταπραΰνοντας ένα όνειρο
cradling hope
καταπραΰνοντας την ελπίδα
cradling the earth
καταπραΰνοντας τη γη
cradling love
καταπραΰνοντας την αγάπη
cradling a pet
καταπραΰνοντας έναν ζωντανό
cradling a book
καταπραΰνοντας ένα βιβλίο
cradling the future
καταπραΰνοντας το μέλλον
cradling a secret
καταπραΰνοντας ένα μυστικό
cradling memories
καταπραΰνοντας συναντήσεις
the mother was cradling her newborn baby gently.
η μάνα την κρατούσε με την νέα της παιδιά της με μαλακό τρόπο.
he was cradling the fragile vase in his hands.
εκείνος το κρατούσε το εύθραυστο ποτήρι στα χέρια του.
she sat on the porch, cradling a cup of tea.
εκείνη έκαθονταν στην πόρτα, κρατώντας ένα ποτήρι τσάι.
the child was cradling her favorite stuffed animal.
το παιδί την κρατούσε το αγαπημένο της γεμιστό κουβάρι.
he found comfort in cradling his guitar while he played.
βρήκε άνεση στο να κρατά το κιθάρα του ενώ παίζει.
she was cradling the book as if it were precious.
εκείνη την κρατούσε το βιβλίο σαν να ήταν αξιολογημένο.
the nurse was cradling the baby to calm him down.
η νοσοκόμα την κρατούσε το βρέφος για να το ηρεμήσει.
he was cradling his head in his hands, feeling overwhelmed.
εκείνος το κρατούσε το κεφάλι του στα χέρια του, νιώχοντας παρασυρμένος.
the artist was cradling her palette while painting.
η τέχνη την κρατούσε την παλέτα της ενώ ζωγραφίζει.
she loved cradling her cat while watching tv.
εκείνη αγαπούσε να κρατά το γατάκι της ενώ τηλετροποιούσε.
cradling a baby
καταπραΰνοντας ένα βρέφος
cradling a dream
καταπραΰνοντας ένα όνειρο
cradling hope
καταπραΰνοντας την ελπίδα
cradling the earth
καταπραΰνοντας τη γη
cradling love
καταπραΰνοντας την αγάπη
cradling a pet
καταπραΰνοντας έναν ζωντανό
cradling a book
καταπραΰνοντας ένα βιβλίο
cradling the future
καταπραΰνοντας το μέλλον
cradling a secret
καταπραΰνοντας ένα μυστικό
cradling memories
καταπραΰνοντας συναντήσεις
the mother was cradling her newborn baby gently.
η μάνα την κρατούσε με την νέα της παιδιά της με μαλακό τρόπο.
he was cradling the fragile vase in his hands.
εκείνος το κρατούσε το εύθραυστο ποτήρι στα χέρια του.
she sat on the porch, cradling a cup of tea.
εκείνη έκαθονταν στην πόρτα, κρατώντας ένα ποτήρι τσάι.
the child was cradling her favorite stuffed animal.
το παιδί την κρατούσε το αγαπημένο της γεμιστό κουβάρι.
he found comfort in cradling his guitar while he played.
βρήκε άνεση στο να κρατά το κιθάρα του ενώ παίζει.
she was cradling the book as if it were precious.
εκείνη την κρατούσε το βιβλίο σαν να ήταν αξιολογημένο.
the nurse was cradling the baby to calm him down.
η νοσοκόμα την κρατούσε το βρέφος για να το ηρεμήσει.
he was cradling his head in his hands, feeling overwhelmed.
εκείνος το κρατούσε το κεφάλι του στα χέρια του, νιώχοντας παρασυρμένος.
the artist was cradling her palette while painting.
η τέχνη την κρατούσε την παλέτα της ενώ ζωγραφίζει.
she loved cradling her cat while watching tv.
εκείνη αγαπούσε να κρατά το γατάκι της ενώ τηλετροποιούσε.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now