creeds

[US]/kriːdz/
[UK]/kridz/
Frequency: Very High

Translation

n. ένα σύνολο πεποιθήσεων ή αρχών, ιδιαίτερα θρησκευτικό; δογματισμοί ή δόγματα

Phrases & Collocations

shared creeds

κοινά πιστεύωντα

different creeds

διαφορετικά πιστεύωντα

religious creeds

θρησκευτικά πιστεύωντα

personal creeds

προσωπικά πιστεύωντα

various creeds

διάφορα πιστεύωντα

competing creeds

ανταγωνιστικά πιστεύωντα

written creeds

γραπτά πιστεύωντα

ancient creeds

παλαιά πιστεύωντα

core creeds

κεντρικά πιστεύωντα

common creeds

κοινά πιστεύωντα

Example Sentences

people from different creeds can coexist peacefully.

Οι άνθρωποι από διαφορετικές πεποιθήσεις μπορούν να συνυπάρχουν ειρηνικά.

our society is enriched by various creeds and cultures.

Η κοινωνία μας εμπλουτίζεται από διάφορες πεποιθήσεις και πολιτισμούς.

understanding different creeds fosters tolerance.

Η κατανόηση διαφορετικών πεποιθήσεων προωθεί την ανεκτικότητα.

many creeds emphasize the importance of compassion.

Πολλές πεποιθήσεις επιβεβαιώνουν τη σημασία της συμπάθειας.

creeds can shape our values and behaviors.

Οι πεποιθήσεις μπορούν να σχηματίζουν τις αξίες και τη συμπεριφορά μας.

interfaith dialogue helps bridge gaps between creeds.

Η διαπιστευτική διάλεξη βοηθά στη γέφυρα μεταξύ πεποιθήσεων.

different creeds often have unique rituals and traditions.

Διαφορετικές πεποιθήσεις έχουν συχνά μοναδικές τελετές και παραδόσεις.

respecting all creeds is essential for harmony.

Η σεβασμός όλων των πεποιθήσεων είναι απαραίτητη για την αρμονία.

some creeds advocate for peace and non-violence.

Κάποιες πεποιθήσεις υποστηρίζουν την ειρήνη και τη μη βία.

creeds can influence political and social movements.

Οι πεποιθήσεις μπορούν να επηρεάζουν πολιτικές και κοινωνικές κινήσεις.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now