crepes

[US]/krɛɪps/
[UK]/kreɪps/
Frequency: Very High

Translation

n. λεπτές γαλλικές πατατοκραμπές; ύφασμα ή υλικό που χρησιμοποιείται για την παρασκευή πατατοκραμπές

Phrases & Collocations

sweet crepes

γλυκές κρέπες

savory crepes

πικρές κρέπες

crepes suzette

κρέπες σοζέτ

crepes batter

ζύμη κρέπες

crepes recipe

συνταγή κρέπες

crepes filling

γεμιστό κρέπες

crepes station

σταθμός κρέπες

crepes cart

τράπεζα κρέπες

crepes dessert

γλυκό κρέπες

crepes stand

πάγκος κρέπες

Example Sentences

i love to eat crepes for breakfast.

Συνηθίζω να τρώω κρέπες για πρωιανό.

she makes delicious crepes with nutella.

Εκείνη φτιάχνει χονδροτριβικές κρέπες με νουτέλα.

we should try the savory crepes at that new café.

Θα πρέπει να δοκιμάσουμε τις ξινές κρέπες σε εκείνο το νέο καφενείο.

crepes can be filled with various fruits and creams.

Οι κρέπες μπορούν να γεμίσουν με διάφορα φρούτα και κρέμες.

he ordered a stack of crepes with strawberries.

Εκείνος παρήγγειλε μια στοίβα κρέπες με φράουλες.

crepes are a popular dish in french cuisine.

Οι κρέπες είναι ένα δημοφιλές πιάτο στη γαλλική κουζίνα.

my favorite dessert is crepes suzette.

Το αγαπημένο μου δεσερτ είναι οι κρέπες Σοζέτ.

we learned how to make crepes in cooking class.

Μάθαμε πώς να φτιάξουμε κρέπες στην τάξη μαγειρικής.

she drizzled lemon juice over her crepes.

Εκείνη ρίχνει λεμονάδα πάνω στις κρέπες της.

crepes can be enjoyed both sweet and savory.

Οι κρέπες μπορούν να απολαύσουν και γλυκές και ξινές.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now