crimped

[US]/krɪmp/
Frequency: Very High

Translation

adj. με μικρά κυματιστά ή κυματιστά, με ρυτίδες

Phrases & Collocations

hair crimped

μαλλιά με κριμπέ

crimped paper

χαρτί με κριμπέ

Example Sentences

Her hair was crimped for the party.

Το μαλλιά της είχαν κατασκευαστεί για την πάρτι.

The chef crimped the edges of the pie crust.

Ο παγωτοποιός κατασκεύασε τα άκρα του φλούδα του παγωτού.

She crimped the paper to create a decorative edge.

Η έκανε κατασκευή του χαρτιού για να δημιουργήσει ένα ξεχωριστό άκρο.

The tailor crimped the fabric before sewing.

Ο ταχυδρομικός κατασκεύασε το ύφασμα πριν από την συναρμολόγηση.

The metal was crimped to secure the connection.

Το μέταλλο είχε κατασκευαστεί για να εξασφαλίσει τη σύνδεση.

The cable was crimped to prevent fraying.

Το καλώδιο είχε κατασκευαστεί για να αποφύγει την αποσυναρμολόγηση.

She crimped the pastry dough to seal the filling.

Η έκανε κατασκευή του ψωμιού για να κλείσει την γεμιστική ύλη.

The stylist crimped her hair for a retro look.

Ο στυλιστής κατασκεύασε τα μαλλιά της για ένα ανατρεπτικό εμφάνιση.

The electrician crimped the wires together.

Ο ηλεκτρολόγος κατασκεύασε τα καλώδια μαζί.

He crimped the edge of the paper with a special tool.

Εκείνος κατασκεύασε το άκρο του χαρτιού με ένα ειδικό εργαλείο.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now