crowings

[US]/ˈkrəʊɪŋ/
[UK]/ˈkroʊɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. το πραγμα του αρσενοκόκκου να ανοίγει το στόμα; να φωνάζει χαρούμενα, ιδιαίτερα ένα βρέφος; να υπερηφανεύεται ή να ρωτάει, ιδιαίτερα όταν οι άλλοι αποτυγχάνουν; να νιώθει ικανοποιημένος

Phrases & Collocations

crowing rooster

κοκκινιστικός τσιριλιάς

crowing victory

νίκη τσιριλιάς

crowing sound

ήχος τσιριλιάς

crowing hen

κοκκινιστική αυγοθήκη

crowing bird

πτηνό τσιριλιάς

crowing loudly

τσιριλιάς έντονα

crowing proudly

τσιριλιάς με αυτοπεποίθηση

crowing early

τσιριλιάς νωρίς

crowing joy

χαρά τσιριλιάς

crowing triumph

νίκη τσιριλιάς

Example Sentences

the rooster is crowing at dawn.

το γαύρος κορονάζει στην αυγή.

she woke up to the sound of crowing.

την ξύπνισε το θόρυβο του κορονισμού.

the crowing of the rooster signals the start of the day.

ο κορονισμός του γαύρου σηματοδοτεί την αρχή της ημέρας.

he enjoyed the crowing competition at the fair.

τον έκανε χαρά το αγώνα κορονισμού στην αγορά.

after crowing, the rooster struts around proudly.

μετά τον κορονισμό, το γαύρο βαδίζει περήποντα.

the crowing echoed through the quiet morning.

ο κορονισμός αντηχούσε μέσα από την ήρεμη πρωινή ώρα.

we could hear the crowing from the farm.

μπορούσαμε να ακούσουμε τον κορονισμό από την γεωργική ιδιοκτησία.

crowing is a natural behavior for roosters.

ο κορονισμός είναι μια φυσική συμπεριφορά για τα γαύρα.

the children laughed at the crowing rooster.

τα παιδιά γέλασαν στο γαύρο που κορονίζεται.

crowing at sunrise is a daily ritual.

ο κορονισμός στην αυγή είναι μια ημερήσια παράδοση.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now