crusaded for justice
πολέμησε για τη δικαιοσύνη
crusaded against corruption
πολέμησε ενάντια στη διαφθορά
crusaded for peace
πολέμησε για την ειρήνη
crusaded for equality
πολέμησε για την ισότητα
crusaded for rights
πολέμησε για τα δικαιώματα
crusaded for change
πολέμησε για αλλαγή
crusaded for freedom
πολέμησε για την ελευθερία
crusaded for reform
πολέμησε για αναδιατύπωση
crusaded for truth
πολέμησε για την αλήθεια
she crusaded for environmental protection in her community.
η πολεμισε για την προστασία του περιβάλλοντος στην κοινότητά της.
the organization crusaded against child labor for decades.
η οργάνωση πολέμησε εναντίον της παιδικής εργασίας για δεκαετίες.
he crusaded for equal rights for all citizens.
πολέμησε για ίσα δικαιώματα για όλους τους πολίτες.
they crusaded to raise awareness about mental health issues.
πολέμησαν για να αυξήσουν τη συνειδητοποίηση για θέματα ψυχικής υγείας.
activists crusaded to end animal cruelty in laboratories.
οι ενεργητικοί πολέμησαν για να τελειώσουν τη βία προς τα ζώα στα εργαστήρια.
the journalist crusaded for freedom of the press.
ο δημοσιογράφος πολέμησε για την ελευθερία του τύπου.
she has crusaded tirelessly for women's rights.
πολέμησε αδιάκοπα για τα δικαιώματα των γυναικών.
the group crusaded against discrimination in the workplace.
η ομάδα πολέμησε εναντίον της διακριτικότητας στο χώρο εργασίας.
he crusaded passionately for better education for children.
πολέμησε με ένταση για καλύτερη εκπαίδευση για τα παιδιά.
they crusaded to protect endangered species from extinction.
πολέμησαν για να προστατέψουν τις εξαντλημένες ειδικότητες από την εξαφάνιση.
crusaded for justice
πολέμησε για τη δικαιοσύνη
crusaded against corruption
πολέμησε ενάντια στη διαφθορά
crusaded for peace
πολέμησε για την ειρήνη
crusaded for equality
πολέμησε για την ισότητα
crusaded for rights
πολέμησε για τα δικαιώματα
crusaded for change
πολέμησε για αλλαγή
crusaded for freedom
πολέμησε για την ελευθερία
crusaded for reform
πολέμησε για αναδιατύπωση
crusaded for truth
πολέμησε για την αλήθεια
she crusaded for environmental protection in her community.
η πολεμισε για την προστασία του περιβάλλοντος στην κοινότητά της.
the organization crusaded against child labor for decades.
η οργάνωση πολέμησε εναντίον της παιδικής εργασίας για δεκαετίες.
he crusaded for equal rights for all citizens.
πολέμησε για ίσα δικαιώματα για όλους τους πολίτες.
they crusaded to raise awareness about mental health issues.
πολέμησαν για να αυξήσουν τη συνειδητοποίηση για θέματα ψυχικής υγείας.
activists crusaded to end animal cruelty in laboratories.
οι ενεργητικοί πολέμησαν για να τελειώσουν τη βία προς τα ζώα στα εργαστήρια.
the journalist crusaded for freedom of the press.
ο δημοσιογράφος πολέμησε για την ελευθερία του τύπου.
she has crusaded tirelessly for women's rights.
πολέμησε αδιάκοπα για τα δικαιώματα των γυναικών.
the group crusaded against discrimination in the workplace.
η ομάδα πολέμησε εναντίον της διακριτικότητας στο χώρο εργασίας.
he crusaded passionately for better education for children.
πολέμησε με ένταση για καλύτερη εκπαίδευση για τα παιδιά.
they crusaded to protect endangered species from extinction.
πολέμησαν για να προστατέψουν τις εξαντλημένες ειδικότητες από την εξαφάνιση.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now