cultivable

[US]/ˈkʌltɪvəbl/
[UK]/ˈkʌltəbl/
Frequency: Very High

Translation

adj. ικανός να καλλιεργηθεί; κατάλληλος για την καλλιέργεια καρπών; ικανός να αναπτυχθεί ή να βελτιωθεί; ικανός να εκπαιδευτεί ή να αναπτυχθεί ψυχικά.

Phrases & Collocations

cultivable land

καλλιεργήσιμη γη

cultivable soil

καλλιεργήσιμο έδαφος

cultivable area

καλλιεργήσιμη περιοχή

cultivable crops

καλλιεργήσιμα φυτά

cultivable plants

καλλιεργήσιμα φυτά

cultivable resources

καλλιεργήσιμες πόρους

cultivable fields

καλλιεργήσιμα πεδία

cultivable region

καλλιεργήσιμη περιοχή

cultivable terrain

καλλιεργήσιμη τοπογραφία

cultivable space

καλλιεργήσιμος χώρος

Example Sentences

the region has a lot of cultivable land.

η περιοχή έχει πολύ γη που μπορεί να καλλιεργηθεί.

farmers are looking for cultivable soil.

οι γεωργοί αναζητούν γη που μπορεί να καλλιεργηθεί.

we need to assess which areas are cultivable.

χρειαζόμαστε να αξιολογήσουμε ποιες περιοχές είναι καλλιεργήσιμες.

improving cultivable land is essential for food security.

η βελτίωση της καλλιεργήσιμης γης είναι απαραίτητη για την ασφάλεια τροφής.

they discovered new cultivable fields in the valley.

ανακάλυψαν νέα καλλιεργήσιμα πεδιά στην περιοχή.

climate change affects the amount of cultivable land.

η αλλαγή του κλίματος επηρεάζει την ποσότητα της καλλιεργήσιμης γης.

investing in cultivable areas can boost the economy.

η επένδυση σε καλλιεργήσιμες περιοχές μπορεί να ενισχύσει την οικονομία.

they are converting wasteland into cultivable land.

μετατρέπουν τις ερημικές περιοχές σε καλλιεργήσιμη γη.

local authorities are promoting cultivable practices.

οι τοπικές αρχές προωθούν τις καλλιεργήσιμες πρακτικές.

we should protect our cultivable resources.

πρέπει να προστατεύσουμε τους καλλιεργήσιμους πόρους μας.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now