curings

[US]/ˈkjʊərɪŋ/
[UK]/ˈkjʊrɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

n. το προцεσσο της αποθήκευσης τροφίμων με μεθόδους όπως η αλάτιση, η καπνιστική ή η συσσωρευτική αναφορά; η πράξη της θεραπείας ή αντιμετώπισης μιας ασθένειας; το προцεσσο της σκληρυντικής ή στερεοποίησης ενός υλικού

Phrases & Collocations

curing process

διαδικασία ηργανωσης

curing agent

πράκτορας θεραπείας

curing time

χρόνος ηργανωσης

curing method

τρόπος ηργανωσης

curing temperature

θερμοκρασία ηργανωσης

curing compound

συνθετικό ηργανωσης

curing system

σύστημα ηργανωσης

curing solution

λύση ηργανωσης

curing technique

τεχνική ηργανωσης

Example Sentences

the doctor is focused on curing the disease.

Ο γιατρός είναι συγκεντρωμένος στη θεραπεία της ασθένειας.

they are researching new methods for curing cancer.

Ερευνούν νέους τρόπους για τη θεραπεία του καρκίνου.

curing old wounds takes time and patience.

Η θεραπεία παλιών τραυμάτων απαιτεί χρόνο και υπομονή.

she believes in the power of herbs for curing ailments.

Πιστεύει στη δύναμη των φυτικών υλικών για τη θεραπεία ασθενειών.

curing addiction requires professional help.

Η θεραπεία της εξάρτησης απαιτεί επαγγελματική βοήθεια.

the new treatment is effective in curing infections.

Η νέα θεραπεία είναι αποτελεσματική στη θεραπεία μολύνσεων.

he is dedicated to curing mental health issues.

Είναι αφοσιωμένος στη θεραπεία προβλημάτων ψυχικής υγείας.

curing the environment is a global responsibility.

Η θεραπεία του περιβάλλοντος είναι μια παγκόσμια υπευθυνότητα.

many cultures have traditional practices for curing illnesses.

Πολλές πολιτισμοί έχουν παραδοσιακές πρακτικές για τη θεραπεία ασθενειών.

curing a broken heart takes time.

Η θεραπεία ενός σπασμένου καρδιάς απαιτεί χρόνο.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now