cussing out
καταγγέλλοντας
cussing match
αγώνας βλασφημιών
cussing like
βλασφημώντας όπως
cussing at
βλασφημώντας για
cussing up
βλασφημώντας πάνω
cussing someone
βλασφημώντας κάποιον
cussing away
βλασφημώντας πέρα
cussing down
βλασφημώντας κατά
cussing freely
βλασφημώντας ελεύθερα
cussing loudly
βλασφημώντας θόρυβος
he was cussing under his breath after losing the game.
επέδειξε κακία με την αναπνοή του μετά την ήττα του στο παιχνίδι.
she couldn't help cussing when she stubbed her toe.
δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην κακία όταν πατήματε το αντίδρασε.
cussing in public can lead to unwanted attention.
η κακία στο δημόσιο μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητη προσοχή.
he was cussing at the traffic during rush hour.
επέδειξε κακία στο κυκλοφορικό κατά την ώρα κορυφής.
she was cussing out loud after receiving bad news.
επέδειξε κακία υπερβολικά μετά την λήψη κακής ειδήσεως.
cussing can sometimes be a way to relieve stress.
η κακία μπορεί να είναι μερικές φορές ένας τρόπος να αποσυμπιέσει το στρες.
he got in trouble for cussing at his teacher.
έχασε τη θέση του για να επεδείξει κακία στον διδάσκαλό του.
she tried to stop cussing but found it hard.
προσπάθησε να σταματήσει την κακία αλλά βρήκε ότι είναι δύσκολο.
the movie was full of cussing and inappropriate language.
το ταινία ήταν γεμάτη από κακία και ακατάλληλες λέξεις.
cussing can express strong emotions in a moment of anger.
η κακία μπορεί να εκφράσει ισχυρά συναισθήματα σε ένα χρονικό σημείο οργής.
cussing out
καταγγέλλοντας
cussing match
αγώνας βλασφημιών
cussing like
βλασφημώντας όπως
cussing at
βλασφημώντας για
cussing up
βλασφημώντας πάνω
cussing someone
βλασφημώντας κάποιον
cussing away
βλασφημώντας πέρα
cussing down
βλασφημώντας κατά
cussing freely
βλασφημώντας ελεύθερα
cussing loudly
βλασφημώντας θόρυβος
he was cussing under his breath after losing the game.
επέδειξε κακία με την αναπνοή του μετά την ήττα του στο παιχνίδι.
she couldn't help cussing when she stubbed her toe.
δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην κακία όταν πατήματε το αντίδρασε.
cussing in public can lead to unwanted attention.
η κακία στο δημόσιο μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητη προσοχή.
he was cussing at the traffic during rush hour.
επέδειξε κακία στο κυκλοφορικό κατά την ώρα κορυφής.
she was cussing out loud after receiving bad news.
επέδειξε κακία υπερβολικά μετά την λήψη κακής ειδήσεως.
cussing can sometimes be a way to relieve stress.
η κακία μπορεί να είναι μερικές φορές ένας τρόπος να αποσυμπιέσει το στρες.
he got in trouble for cussing at his teacher.
έχασε τη θέση του για να επεδείξει κακία στον διδάσκαλό του.
she tried to stop cussing but found it hard.
προσπάθησε να σταματήσει την κακία αλλά βρήκε ότι είναι δύσκολο.
the movie was full of cussing and inappropriate language.
το ταινία ήταν γεμάτη από κακία και ακατάλληλες λέξεις.
cussing can express strong emotions in a moment of anger.
η κακία μπορεί να εκφράσει ισχυρά συναισθήματα σε ένα χρονικό σημείο οργής.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now