dairying

[US]/'deərɪɪŋ/
[UK]/'dɛrɪɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

n. η βιομηχανία που ασχολείται με την παραγωγή και πώληση γαλακτοκομικών προϊόντων
Word Forms
Present Participledairying
Pluraldairyings

Phrases & Collocations

dairy farm

γαλακτοκομική κτήνα

dairy industry

γαλακτοκομική βιομηχανία

dairy products

γαλακτοκομικά προϊόντα

Example Sentences

Dairying is an important industry in many rural areas.

Η γαλακτοβιομηχανία είναι μια σημαντική βιομηχανία σε πολλές αγροτικές περιοχές.

She grew up on a dairy farm.

Ανατράφτηκε σε ένα γαλακτοβιομηχανικό χωράφι.

The family has been dairying for generations.

Η οικογένεια ασχολείται με τη γαλακτοβιομηχανία για γενιές.

They are considering expanding their dairying operation.

Σκέφτονται να επεκτείνουν τη λειτουργία τους στη γαλακτοβιομηχανία.

The dairying sector plays a crucial role in the economy.

Το τομέα της γαλακτοβιομηχανίας διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην οικονομία.

Proper management is essential for successful dairying.

Η κατάλληλη διαχείριση είναι απαραίτητη για επιτυχημένη γαλακτοβιομηχανία.

Dairying involves the production of milk and dairy products.

Η γαλακτοβιομηχανία περιλαμβάνει την παραγωγή γάλακτος και προϊόντων γάλακτος.

They have invested in modernizing their dairying facilities.

Έχουν επενδύσει στην ολοκλήρωση των εγκαταστάσεων τους για γαλακτοβιομηχανία.

She enjoys the daily routine of dairying.

Απολαμβάνει την καθημερινή διαδικασία της γαλακτοβιομηχανίας.

Dairying requires specialized knowledge and skills.

Η γαλακτοβιομηχανία απαιτεί ειδικές γνώσεις και δεξιότητες.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now