dawdled

[US]/dɔːdld/
[UK]/dɔːdld/
Frequency: Very High

Translation

v. παρατακτική χρονική και παρατακτική παραστατική του dawdle

Phrases & Collocations

dawdled around

παρέαγε γύρω

dawdled off

παρέαγε από

dawdled away

παρέαγε μακριά

dawdled on

παρέαγε στο

dawdled about

παρέαγε για

dawdled through

παρέαγε μέσα από

dawdled during

παρέαγε κατά τη διάρκεια

dawdled in

παρέαγε μέσα στο

dawdled for

παρέαγε για

dawdled too long

παρέαγε πολύ κατά τη διάρκεια

Example Sentences

he dawdled on his way to work, making him late.

έκανε καθυστέρηση στο ταξίδι του προς τη δουλειά, κάνοντας τον αργό.

she dawdled over her breakfast, not wanting to leave the house.

έκανε καθυστέρηση με το πρωινό της, δεν ήθελε να φύγει από το σπίτι.

the children dawdled at the playground, enjoying every moment.

τα παιδιά έκαναν καθυστέρηση στο παιχνίδι, απολαμβάνοντας κάθε στιγμή.

we can't afford to dawdle if we want to catch the train.

δεν μπορούμε να κάνουμε καθυστέρηση αν θέλουμε να πιάσουμε το τρένο.

he always dawdled when it was time to do his homework.

πάντα έκανε καθυστέρηση όταν ήταν ώρα να κάνει τις εργασίες του.

don't dawdle; we have a lot to accomplish today.

μην κάνεις καθυστέρηση, έχουμε πολλά να ολοκληρώσουμε σήμερα.

she dawdled in the store, browsing through every aisle.

έκανε καθυστέρηση στο κατάστημα, περπατώντας ανάμεσα σε κάθε διάδρομο.

they dawdled around the city, taking photos of everything.

έκαναν καθυστέρηση στην πόλη, κάνοντας φωτογραφίες από όλα.

he dawdled instead of preparing for the meeting.

έκανε καθυστέρηση αντί να προετοιμαστεί για τη συνάντηση.

she dawdled in the garden, enjoying the flowers.

έκανε καθυστέρηση στο κήπο, απολαμβάνοντας τα λουλούδια.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now