dawdles

[US]/ˈdɔːd(ə)l/
[UK]/ˈdɔːd(ə)l/
Frequency: Very High

Translation

v. να σπαταλάει χρόνο; να είναι αργός ή ανίδιος

Phrases & Collocations

dawdles around

παραμένει γύρω

dawdles too much

παραμένει πολύ

dawdles in class

παραμένει στην τάξη

dawdles all day

παραμένει όλη μέρα

dawdles instead

παραμένει αντί

dawdles through tasks

παραμένει μέσα στις εργασίες

dawdles on purpose

παραμένει σκοπίμως

dawdles while waiting

παραμένει ενώ περιμένει

dawdles with friends

παραμένει με φίλους

dawdles before work

παραμένει πριν από τη δουλειά

Example Sentences

he always dawdles when it's time to leave for school.

έχει πάντα χρόνο αναμονής όταν είναι ώρα να φύγει για το σχολείο.

don't dawdle; we need to catch the bus.

μην καθυστερείς· χρειαζόμαστε να πιάσουμε το λεωφορείο.

she dawdles over her breakfast every morning.

καθυστερεί στο πρωιανό της κάθε πρωί.

he dawdles at work instead of finishing his tasks.

καθυστερεί στη δουλειά αντί να ολοκληρώσει τις εργασίες του.

when you dawdle, you miss important opportunities.

όταν καθυστερείς, χάνεις σημαντικές ευκαιρίες.

she tends to dawdle when she's not interested in the topic.

τείνει να καθυστερεί όταν δεν ενδιαφέρεται για το θέμα.

he dawdles instead of preparing for his exam.

καθυστερεί αντί να προετοιμαστεί για την εξέτασή του.

don't dawdle in the hallway; it's time to go.

μην καθυστερείς στον διαδρόμο· είναι ώρα να φύγεις.

she dawdles during her chores, making them take longer.

καθυστερεί κατά τη διάρκεια των υποχρεωτικών της εργασιών, κάνοντας τις να διαρκούν περισσότερο.

he dawdles at the coffee shop instead of going home.

καθυστερεί στο καφενείο αντί να πάει σπίτι.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now