dawdles around
παραμένει γύρω
dawdles too much
παραμένει πολύ
dawdles in class
παραμένει στην τάξη
dawdles all day
παραμένει όλη μέρα
dawdles instead
παραμένει αντί
dawdles through tasks
παραμένει μέσα στις εργασίες
dawdles on purpose
παραμένει σκοπίμως
dawdles while waiting
παραμένει ενώ περιμένει
dawdles with friends
παραμένει με φίλους
dawdles before work
παραμένει πριν από τη δουλειά
he always dawdles when it's time to leave for school.
έχει πάντα χρόνο αναμονής όταν είναι ώρα να φύγει για το σχολείο.
don't dawdle; we need to catch the bus.
μην καθυστερείς· χρειαζόμαστε να πιάσουμε το λεωφορείο.
she dawdles over her breakfast every morning.
καθυστερεί στο πρωιανό της κάθε πρωί.
he dawdles at work instead of finishing his tasks.
καθυστερεί στη δουλειά αντί να ολοκληρώσει τις εργασίες του.
when you dawdle, you miss important opportunities.
όταν καθυστερείς, χάνεις σημαντικές ευκαιρίες.
she tends to dawdle when she's not interested in the topic.
τείνει να καθυστερεί όταν δεν ενδιαφέρεται για το θέμα.
he dawdles instead of preparing for his exam.
καθυστερεί αντί να προετοιμαστεί για την εξέτασή του.
don't dawdle in the hallway; it's time to go.
μην καθυστερείς στον διαδρόμο· είναι ώρα να φύγεις.
she dawdles during her chores, making them take longer.
καθυστερεί κατά τη διάρκεια των υποχρεωτικών της εργασιών, κάνοντας τις να διαρκούν περισσότερο.
he dawdles at the coffee shop instead of going home.
καθυστερεί στο καφενείο αντί να πάει σπίτι.
dawdles around
παραμένει γύρω
dawdles too much
παραμένει πολύ
dawdles in class
παραμένει στην τάξη
dawdles all day
παραμένει όλη μέρα
dawdles instead
παραμένει αντί
dawdles through tasks
παραμένει μέσα στις εργασίες
dawdles on purpose
παραμένει σκοπίμως
dawdles while waiting
παραμένει ενώ περιμένει
dawdles with friends
παραμένει με φίλους
dawdles before work
παραμένει πριν από τη δουλειά
he always dawdles when it's time to leave for school.
έχει πάντα χρόνο αναμονής όταν είναι ώρα να φύγει για το σχολείο.
don't dawdle; we need to catch the bus.
μην καθυστερείς· χρειαζόμαστε να πιάσουμε το λεωφορείο.
she dawdles over her breakfast every morning.
καθυστερεί στο πρωιανό της κάθε πρωί.
he dawdles at work instead of finishing his tasks.
καθυστερεί στη δουλειά αντί να ολοκληρώσει τις εργασίες του.
when you dawdle, you miss important opportunities.
όταν καθυστερείς, χάνεις σημαντικές ευκαιρίες.
she tends to dawdle when she's not interested in the topic.
τείνει να καθυστερεί όταν δεν ενδιαφέρεται για το θέμα.
he dawdles instead of preparing for his exam.
καθυστερεί αντί να προετοιμαστεί για την εξέτασή του.
don't dawdle in the hallway; it's time to go.
μην καθυστερείς στον διαδρόμο· είναι ώρα να φύγεις.
she dawdles during her chores, making them take longer.
καθυστερεί κατά τη διάρκεια των υποχρεωτικών της εργασιών, κάνοντας τις να διαρκούν περισσότερο.
he dawdles at the coffee shop instead of going home.
καθυστερεί στο καφενείο αντί να πάει σπίτι.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now