dazzling

[ΗΠΑ]/'dæzliŋ/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. λαμπερός· που προκαλεί σε κάποιον αδυναμία να δει καθαρά
v. να προκαλεί σε κάποιον αδυναμία να δει καθαρά
Word Forms
Present Participledazzling

Παραδείγματα Προτάσεων

The actress wore a dazzling gown to the red carpet event.

Η ηθοποιός φόρεσε μια εκθαμβωτική τουαλέτα στην εκδήλωση του κόκκινου χαλιού.

The fireworks display was truly dazzling in the night sky.

Η πυραυλική εκδρομή ήταν πραγματικά εκθαμβωτική στον νυχτερινό ουρανό.

His dazzling smile lit up the room.

Το εκθαμβωτικό του χαμόγελο φώτισε το δωμάτιο.

The dancer's performance was dazzling, leaving the audience in awe.

Η ερμηνεία του χορευτή ήταν εκθαμβωτική, αφήνοντας το κοινό άφωνο.

The diamond necklace was truly dazzling under the spotlight.

Το διαμαντένιο κολιέ ήταν πραγματικά εκθαμβωτικό κάτω από τα φώτα.

She had a dazzling career in the fashion industry.

Είχε μια λαμπερή καριέρα στη βιομηχανία της μόδας.

The city skyline at night was a dazzling sight.

Το αστικό τοπίο τη νύχτα ήταν μια εκθαμβωτική θέα.

The magician performed a series of dazzling tricks.

Ο μάγος έκανε μια σειρά από εκθαμβωτικά κόλπα.

The concert featured a dazzling light show.

Η συναυλία περιλάμβανε ένα εκθαμβωτικό παιχνίδι φωτός.

The athlete's speed on the track was truly dazzling.

Η ταχύτητα του αθλητή στην πίστα ήταν πραγματικά εκθαμβωτική.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα