deceitful

[ΗΠΑ]/dɪ'siːtfʊl/
[ΗΒ]/dɪ'sitfl/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. έλλειψης ειλικρίνειας ή αξιοπιστίας· παραπλανητικός
adv. με ανειλικρινή ή παραπλανητική συμπεριφορά

Παραδείγματα Προτάσεων

such an act would have been deceitful and irresponsible.

μια τέτοια πράξη θα ήταν δόλια και ανεύθυνη.

A deceitful peace is more hurtful than an open war.

Μια δόλια ειρήνη είναι πιο επώδυνη από έναν ανοιχτό πόλεμο.

It is very difficulty to realize against justice,is fantastical,falsidical,deceitful,false,times work and half succcess.

Είναι πολύ δύσκολο να συνειδητοποιήσεις ενάντια στη δικαιοσύνη, είναι φανταστικό, ψευδές, δόλιο, ψεύτικο, το έργο του χρόνου και η μισή επιτυχία.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα