deconditioning

[US]/[ˌdiːkənˈdɪʃənɪŋ]/
[UK]/[ˌdiːkənˈdɪʃənɪŋ]/
Frequency: Very High

Translation

n. το φαινόμενο αποχώρησης από τη φυσική υγεία ή τη δύναμη λόγω ανενεργότητας; το φαινόμενο της μείωσης της εξοικείωσης με ένα συγκεκριμένο περιβάλλον ή ερεθισμό
v. να προκαλέσει σε κάποιον την απώλεια της φυσικής υγείας ή δύναμης; να προκαλέσει σε κάποιον τη μείωση της εξοικείωσης με ένα συγκεκριμένο περιβάλλον ή ερεθισμό
adj. σχετικό με ή αποτελούμενο από αποχώρηση

Phrases & Collocations

preventing deconditioning

πρόληψη αποδιαμόρφωσης

deconditioning syndrome

σύνδρομο αποδιαμόρφωσης

rapid deconditioning

γρήγορη αποδιαμόρφωση

deconditioning risk

κίνδυνος αποδιαμόρφωσης

avoid deconditioning

αποφυγή αποδιαμόρφωσης

deconditioning effects

επιπτώσεις αποδιαμόρφωσης

counter deconditioning

αντιμετώπιση αποδιαμόρφωσης

due to deconditioning

λόγω αποδιαμόρφωσης

early deconditioning

πρώιμη αποδιαμόρφωση

addressing deconditioning

αντιμετώπιση της αποδιαμόρφωσης

Example Sentences

patients can experience muscle deconditioning after prolonged bed rest.

Οι ασθενείς μπορεί να υποστούν μυϊκή αποκατάσταση μετά από μακρά περίοδο κλινικής ναυτιλίας.

cardiac deconditioning is a significant concern in patients recovering from heart failure.

Η καρδιακή αποκατάσταση είναι μια σημαντική ανησυχία στους ασθενείς που ανακατασκευάζονται από την καρδιακή ανεπάρκεια.

regular exercise helps prevent deconditioning during periods of inactivity.

Η κανονική άσκηση βοηθά στην πρόληψη της αποκατάστασης κατά τις περιόδους ανενεργότητας.

the therapist assessed the patient's level of deconditioning following the stroke.

Ο θεραπευτής αξιολόγησε το επίπεδο αποκατάστασης του ασθενή μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο.

deconditioning can lead to decreased strength and endurance over time.

Η αποκατάσταση μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της δύναμης και αντοχής με το πέρας του χρόνου.

physical therapy aims to reverse the effects of deconditioning and improve mobility.

Η φυσική θεραπεία στοχεύει να αντιστρέψει τα αποτελέσματα της αποκατάστασης και να βελτιώσει την κινητικότητα.

deconditioning is a common consequence of sedentary lifestyles and aging.

Η αποκατάσταση είναι ένα κοινό αποτέλεσμα αδρανών τρόπων ζωής και γήρατος.

the goal of the rehabilitation program is to minimize deconditioning.

Ο στόχος του προγράμματος αποκατάστασης είναι να ελαχιστοποιήσει την αποκατάσταση.

early intervention is crucial to prevent severe deconditioning in critical care patients.

Η νωρίνα παρέμβαση είναι κρίσιμη για να αποφευχθεί σοβαρή αποκατάσταση σε ασθενείς που χρειάζονται κρίσιμη περίθαλψη.

we monitored the patient for signs of deconditioning during their hospital stay.

Επιτήρησαμε τον ασθενή για σημεία αποκατάστασης κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του.

deconditioning can negatively impact a person's overall quality of life.

Η αποκατάσταση μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη συνολική ποιότητα ζωής ενός ατόμου.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now