denied

[US]/[dɪˈnaɪd]/
[UK]/[dɪˈnaɪd]/
Frequency: Very High

Translation

v. να δηλώνετε ότι δεν επιτρέπετε κάτι να συμβεί; να αρνείστε κάτι που θέλει κάποιος; να λέγετε ότι κάτι δεν είναι αληθινό, ακόμα κι αν το ξέρετε;
adj. απορριφθέν ή αρνηθέν
n. η πράξη της αρνησης να επιτρέπετε κάτι

Phrases & Collocations

denied access

απόρριψη πρόσβασης

denied bail

απόρριψη παραπομπής

denied entry

απόρριψη εισόδου

denied claims

απόρριψη διεκδικήσεων

being denied

υπό απόρριψη

denied request

απόρριψη αίτησης

denied responsibility

απόρριψη ευθύνης

denied it

απέρριψε το

denied charges

απόρριψη καταγγελιών

denied permission

απόρριψη άδειας

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now