denounced the act
καταγγείλθηκε το πράγμα
denounced by critics
καταγγελμένος από κριτικούς
denounced as false
καταγγελμένο ως ψευδής
denounced publicly
καταγγελμένο δημοσίως
denounced his actions
καταγγέλθηκαν οι πράξεις του
denounced the decision
καταγγείλθηκε η απόφαση
denounced for corruption
καταγγελμένος για διαφθορά
denounced as immoral
καταγγελμένος ως αντιπροσωπευτικός
denounced in court
καταγγελμένος στο δικαστήριο
denounced without evidence
καταγγελμένος χωρίς απόδειξη
he denounced the unfair treatment of workers.
αποκάλεσε καταχρεωμένη την μεταχείριση των εργαζομένων.
the politician denounced corruption in the government.
ο πολιτικός αποκάλεσε την διαφθορά στην κυβέρνηση.
she denounced the actions of the protestors.
αποκάλεσε τις πράξεις των προσωπικών διαμαρτυριών.
the organization denounced violence against women.
η οργάνωση αποκάλεσε τη βία κατά των γυναικών.
they denounced the decision as unjust.
αποκάλεσαν την απόφαση ως αδικαιολόγητη.
the report denounced the environmental damage caused by the factory.
το αναφορικό αποκάλεσε το περιβαλλοντικό ζημιά που προκλήθηκε από την εταιρεία.
the activists denounced the government's inaction on climate change.
οι ενεργητικοί αποκάλεσαν την αδράνεια της κυβέρνησης στην αλλαγή κλίματος.
he denounced the company's unethical practices.
αποκάλεσε τις ανηθικές πρακτικές της εταιρείας.
the community denounced the hate speech at the rally.
η κοινότητα αποκάλεσε την εχθρική ομιλία στην συγκέντρωση.
she denounced the misinformation spread on social media.
αποκάλεσε την παρεμποδιστική πληροφορία που διαδόθηκε στα κοινωνικά μέσα.
denounced the act
καταγγείλθηκε το πράγμα
denounced by critics
καταγγελμένος από κριτικούς
denounced as false
καταγγελμένο ως ψευδής
denounced publicly
καταγγελμένο δημοσίως
denounced his actions
καταγγέλθηκαν οι πράξεις του
denounced the decision
καταγγείλθηκε η απόφαση
denounced for corruption
καταγγελμένος για διαφθορά
denounced as immoral
καταγγελμένος ως αντιπροσωπευτικός
denounced in court
καταγγελμένος στο δικαστήριο
denounced without evidence
καταγγελμένος χωρίς απόδειξη
he denounced the unfair treatment of workers.
αποκάλεσε καταχρεωμένη την μεταχείριση των εργαζομένων.
the politician denounced corruption in the government.
ο πολιτικός αποκάλεσε την διαφθορά στην κυβέρνηση.
she denounced the actions of the protestors.
αποκάλεσε τις πράξεις των προσωπικών διαμαρτυριών.
the organization denounced violence against women.
η οργάνωση αποκάλεσε τη βία κατά των γυναικών.
they denounced the decision as unjust.
αποκάλεσαν την απόφαση ως αδικαιολόγητη.
the report denounced the environmental damage caused by the factory.
το αναφορικό αποκάλεσε το περιβαλλοντικό ζημιά που προκλήθηκε από την εταιρεία.
the activists denounced the government's inaction on climate change.
οι ενεργητικοί αποκάλεσαν την αδράνεια της κυβέρνησης στην αλλαγή κλίματος.
he denounced the company's unethical practices.
αποκάλεσε τις ανηθικές πρακτικές της εταιρείας.
the community denounced the hate speech at the rally.
η κοινότητα αποκάλεσε την εχθρική ομιλία στην συγκέντρωση.
she denounced the misinformation spread on social media.
αποκάλεσε την παρεμποδιστική πληροφορία που διαδόθηκε στα κοινωνικά μέσα.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now